Πριν ανάψουν τα φώτα, πριν ακουστεί η πρώτη ατάκα, οι ήρωες έχουν ήδη αρχίσει να ζουν μέσα της. Η Εμμανουέλα Αλεξίου τούς βλέπει να κινούνται, ακούει τις φωνές τους, αφουγκράζεται ακόμη και όσα δεν μπορούν να πουν.
Συνέντευξη στη Βίκυ Διαμάντη
Ως σεναριογράφος τούς δημιουργεί. ως ηθοποιός τούς φιλοξενεί μέσα της, δανείζοντάς τους σώμα και φωνή. Ανάμεσα στις δύο αυτές διαδρομές, η σκηνή γίνεται το σπίτι της και ο τόπος όπου οι ανθρώπινες ιστορίες αποκτούν ζωή. Από την «Κυρία Ιουλία» και τις απαιτητικές στιγμές του «Σασμού» έως την τηλεοπτική διασκευή του βιβλίου «Δύο μαύρα πουκάμισα», μιλά στο Άλως για την παρατήρηση που γίνεται έμπνευση, τις σιωπές που αποκαλύπτουν έναν ολόκληρο κόσμο και τη συγκίνηση να βλέπει τους ηθοποιούς να δίνουν στις λέξεις της μια απρόσμενη ανάσα.
Η λέξη «σκηνή» τι σημαίνει πρώτα για εσάς: έναν πραγματικό χώρο, μια στιγμή της ζωής ή έναν κόσμο που γεννιέται στη σελίδα;
Για μένα η «σκηνή» έχει μια διπλή, μαγική υπόσταση, που ισορροπεί ανάμεσα στις δύο μεγάλες μου αγάπες και ιδιότητες. Από τη μία, είναι ο φυσικός χώρος του θεάτρου. Το σανίδι. Αυτός ο χώρος δεν έχει τίποτα το ξένο ή το τρομακτικό για μένα. Αντίθετα, κάθε φορά που ανεβαίνω στη σκηνή, νιώθω σαν να βρίσκομαι στο σπίτι μου.
Από την άλλη, ως σεναριογράφος, η σκηνή είναι το κύτταρο της ιστορίας. Κάθε σκηνή ενός επεισοδίου τη βλέπω σαν ένα αυτόνομο, μικρό σύμπαν. Ένα «μικρό σενάριο» μέσα στο μεγάλο, το οποίο απαιτεί τη δική του αρχιτεκτονική: Πρέπει να έχει τη δική του καθαρή αρχή, τη μέση και μια κορύφωση στο τέλος που θα αφήσει το αποτύπωμά της. Έτσι, η σκηνή για μένα είναι ταυτόχρονα το σπίτι όπου ζω ως ηθοποιός και ο κόσμος που γεννώ ως σεναριογράφος.
Ως σεναριογράφος δημιουργείτε χαρακτήρες, ενώ ως ηθοποιός καλείστε να κατοικήσετε μέσα στους χαρακτήρες που έχουν δημιουργήσει άλλοι. Ποια από τις δύο διαδρομές σάς αποκαλύπτει περισσότερα για τον άνθρωπο;
Και οι δύο διαδρομές μού αποκαλύπτουν εξίσου πολλά για την ανθρώπινη φύση, απλώς ακολουθούν άλλη πορεία. Ως σεναριογράφος, η αποκάλυψη έρχεται μέσα από τη δημιουργία. Πλάθω έναν χαρακτήρα από το μηδέν, εξερευνώ τον ψυχισμό του, τα κίνητρά του, τα τραύματα και τις επιθυμίες του. Γίνομαι ο αρχιτέκτονας του εσωτερικού του κόσμου.
Ως ηθοποιός, η διαδικασία είναι μια άσκηση ενσυναίσθησης. Καλούμαι να πάρω τον χαρακτήρα που έχει γράψει κάποιος άλλος, να τον καταλάβω χωρίς να τον κρίνω και να δανείσω το σώμα και τη φωνή μου για να τον αποδώσω στη σκηνή ή στην οθόνη. Στη μία περίπτωση γεννάς έναν άνθρωπο, στην άλλη τον φιλοξενείς μέσα σου. Και τα δύο είναι μοναδικά παράθυρα στην πολυπλοκότητα του ανθρώπου.
Όταν γράφετε μια σκηνή, τη βλέπετε ήδη να εκτυλίσσεται μπροστά σας; Ακούτε τις φωνές των ηρώων, παρατηρείτε τις κινήσεις τους, φαντάζεστε ακόμη και τις σιωπές τους;
Απολύτως, ναι. Η γραφή για μένα δεν είναι μια θεωρητική διαδικασία, είναι σχεδόν τρισδιάστατη. Όταν σχεδιάζω τους ρόλους και αρχίζω να γράφω, οι ήρωες αρχίζουν αμέσως να δρουν, να κινούνται και να αναπνέουν μπροστά μου.
Για να το πετύχω αυτό, έχω πάντα την ανάγκη να κάνω μέσα μου ένα νοητό casting. Ψάχνω να βρω και να φανταστώ τον ιδανικό ηθοποιό που θα μπορούσε να ενσαρκώσει αυτόν τον ρόλο, όχι απλώς να τον παίξει, αλλά να είναι ο ρόλος. Μόλις βρω αυτό το πρόσωπο στο μυαλό μου, η σκηνή ζωντανεύει αυτόματα. Τότε πια, τον βλέπω ξεκάθαρα και τον ακούω. Ξέρω πώς θα προφέρει την κάθε λέξη, πώς θα κινηθεί στον χώρο και πώς θα διαχειριστεί ακόμα και την πιο δύσκολη σιωπή του.
Πόσο επηρεάζει η υποκριτική σας εμπειρία τον τρόπο με τον οποίο γράφετε; Σας κάνει περισσότερο απαιτητική απέναντι στους διαλόγους και στην αλήθεια ενός χαρακτήρα;
Η υποκριτική μου εμπειρία είναι ο θεμέλιος λίθος της γραφής μου. Οι συνάδελφοί μου μού λένε συχνά: «Φαίνεται τόσο πολύ ότι αυτό το έχει γράψει ηθοποιός». Και η αλήθεια είναι πως ξεκίνησα να γράφω από τη μεγάλη μου αγάπη για τον ηθοποιό. Με ενδιαφέρει απόλυτα η αλήθεια στον χαρακτήρα και, κατ’ επέκταση, στον διάλογο.
Θέλω ο ηθοποιός που θα διαβάσει το σενάριό μου να νιώσει αμέσως οικεία και άνετα, σαν να φοράει ένα ρούχο ή ένα ζευγάρι παπούτσια που του ταιριάζει απόλυτα και τον κάνει να νιώθει καλά. Στην αρχή μιας σειράς, βέβαια, δεν ξέρουμε πάντα ποιοί θα ενσαρκώσουν τους ρόλους. Όταν όμως γνωρίζω τον ηθοποιό, τότε η διαδικασία απογειώνεται: Του «ράβω ένα κοστούμι» ακριβώς στα μέτρα του, προσαρμοσμένο στη δική του ενέργεια και αλήθεια.
Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες η ηθοποιός μέσα σας συγκρούεται με τη σεναριογράφο; Για παράδειγμα, όταν μια σκηνή λειτουργεί στο χαρτί αλλά δεν μπορεί να αποκτήσει την ίδια δύναμη όταν παιχτεί;
Όχι, δεν νιώθω να συγκρούονται οι δύο ιδιότητες, γιατί ο στόχος μου είναι πάντα ένας. Δεν γράφω για να γράψω, ούτε για να μείνει μια σκηνή κλεισμένη στο χαρτί. Γράφω με σκοπό η σκηνή αυτή να ζωντανέψει από τον ηθοποιό.
Έχω μεγάλη εμπιστοσύνη στους ηθοποιούς. Ξέρω πολύ καλά, και από τη δική μου εμπειρία, ότι όσο πιο καλή, στέρεη και αληθινή είναι μια σκηνή όταν αποτυπώνεται στο χαρτί, τόσο πιο δυνατή και σπουδαία θα είναι η δυναμική της την στιγμή που θα παιχτεί. Το καλό κείμενο δεν περιορίζει τον ηθοποιό, αντίθετα του δίνει τα φτερά για να απογειώσει τον ρόλο.
Μάλιστα, μού συμβαίνει το εξής: Όταν κάθομαι να δω την προβολή του επεισοδίου στην οθόνη, ξεχνάω εντελώς ότι αυτό το κείμενο είναι δικό μου. Παύω να είμαι η σεναριογράφος. Γίνομαι ένας κοινός θεατής, αφήνομαι στις ερμηνείες τους, συγκινούμαι και με συνεπαίρνουν. Αυτή για μένα είναι η μεγαλύτερη μαγεία.
Από πού αντλείτε το υλικό σας; Από προσωπικά βιώματα, από ανθρώπους που συναντάτε, από ιστορίες που ακούτε ή απ’ όσα παρατηρείτε σιωπηλά γύρω σας;
Αντλώ υλικό από παντού. Όταν ήμουν στο δεύτερο έτος της δραματικής σχολής, ερχόταν συχνά και μας παρακολουθούσε στο μάθημα ο Λάκης Λαζόπουλος, γιατί δασκάλα μας ήταν η κουμπάρα του, Μίρκα Παπακωνσταντίνου. Πολλές φορές έβγαινε μαζί μας μετά και μας έδινε συμβουλές. Μία από αυτές τις συμβουλές ρίζωσε βαθιά μέσα μου, γιατί ταίριαζε απόλυτα με την ιδιοσυγκρασία μου: «Τα πάντα είναι παρατήρηση», μας έλεγε.
Εκείνος, βέβαια, το έλεγε απευθυνόμενος σε μελλοντικούς ηθοποιούς, αλλά για εμένα αυτή η κουβέντα έγινε εργαλείο και στη σεναριογραφία. Παράλληλα, υπάρχει και κάτι βιωματικό: Ως άνθρωπος, από πολύ μικρή, δημιουργούσα στους γύρω μου μια οικειότητα, με αποτέλεσμα να μοιράζονται μαζί μου μυστικά, ιστορίες και προσωπικά τους βιώματα. Έχω λειτουργήσει αμέτρητες φορές ως εξομολογητής.
Έτσι, έχω ακούσει χιλιάδες ενδιαφέρουσες ιστορίες, οι οποίες συχνά πυκνά, σχεδόν ασυνείδητα, μεταμορφώνονται, γίνονται έμπνευση και αποτυπώνονται στα σενάριά μου. Το υλικό μου, λοιπόν, είναι ένας συνδυασμός της ματιάς που παρατηρεί τον κόσμο και των χιλιάδων ερεθισμάτων από τις ιστορίες που έχω ακούσει μέσα στα χρόνια.
Μια δυνατή σκηνή δεν στηρίζεται πάντοτε σε όσα λέγονται, αλλά συχνά σε όσα αποσιωπώνται. Πόσο σημαντικές είναι για εσάς οι παύσεις, τα βλέμματα και τα ανείπωτα;
Για μένα, ο λόγος και η σιωπή είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, δεν μπορεί να υπάρξει το ένα χωρίς το άλλο και έχουν την ίδια ακριβώς βαρύτητα. Οι λέξεις δίνουν το στίγμα και την κατεύθυνση, αλλά οι παύσεις, τα βλέμματα και τα ανείπωτα είναι αυτά που δίνουν το βάθος και την ανάσα στη σκηνή.
Ως σεναριογράφος, φροντίζω να χτίζω έναν διάλογο με γερά θεμέλια, αλλά ως ηθοποιός ξέρω καλά ότι η πραγματική ένταση συχνά πυροδοτείται εκεί που ο λόγος σταματά. Μια παύση δεν είναι απλώς ένα κενό ανάμεσα στις ατάκες. Είναι ο χώρος όπου ο ήρωας επεξεργάζεται το συναίσθημα και ο θεατής το εισπράττει.
Μια σωστά τοποθετημένη παύση μπορεί να προδώσει ένα μυστικό, να δείξει έναν κρυφό πόνο ή να φανερώσει μια αμήχανη αλήθεια που ο ήρωας δεν αντέχει να πει. Ο διάλογος μεταφέρει την πλοκή, τις συγκρούσεις και τις σκέψεις των ηρώων. Όμως, η παύση και το βλέμμα είναι που έρχονται να σφραγίσουν την αλήθεια αυτών των λέξεων.
Όταν, λοιπόν, ο διάλογος και η σιωπή ισορροπούν τέλεια, τότε η σκηνή αποκτά την απόλυτη δύναμή της. Στη δική μου δημιουργική διαδικασία, το ανείπωτο έχει τη δική του φωνή. Όταν γράφω, επιδιώκω αυτή την ισορροπία: Να δίνω στους ηθοποιούς δυνατές ατάκες, αλλά και τον απαραίτητο χώρο να μιλήσουν μέσα από τα μάτια τους.
Όταν ένας ηθοποιός ερμηνεύει έναν χαρακτήρα που έχετε γράψει διαφορετικά από τον τρόπο που τον είχατε φανταστεί, το βιώνετε ως ανατροπή ή ως μια καινούργια δημιουργική αποκάλυψη;
Το να φωτίσει ένας ηθοποιός έναν χαρακτήρα διαφορετικά, το βλέπω ως δώρο και ως αποκάλυψη. Το κείμενο είναι απλώς ο χάρτης, η παρτιτούρα, αλλά ο ηθοποιός είναι εκείνος που θα περπατήσει τη διαδρομή και θα «σολάρει» πάνω στα ακόρντα.
Πιστεύω βαθιά στη συνεργασία με τους ηθοποιούς και στο ότι οι προτάσεις τους μπορούν να αλλάξουν τις ισορροπίες ενός έργου προς το καλύτερο. Αυτή την ευελιξία τη δοκίμασα στην πράξη με την «Κυρία Ιουλία». Το έργο ανέβηκε το 2013 με μια πρωταγωνίστρια που ενσάρκωνε απόλυτα τη «λαϊκή» φύση της ηρωίδας, όπως την είχα φανταστεί.
Το 2018, όμως, που το έργο ανέβηκε ξανά σε άλλο θέατρο, με άλλη διανομή, η τότε πρωταγωνίστρια που είχε ένα εκτόπισμα πιο «αστικό», πιο «εστέτ», μου πρότεινε μια άλλη ανάγνωση. Δεν δίστασα στιγμή, ξέροντας ότι για να λειτουργήσει ένας ρόλος, πρέπει ο ηθοποιός να αναπνέει ελεύθερα μέσα του. Έκανα το απαραίτητο rewriting με μεγάλη χαρά, και η μετατόπιση αυτή χάρισε στο έργο μια νέα, εξίσου αυθεντική διάσταση.
Πιστεύετε ότι η σύγχρονη ελληνική μυθοπλασία τολμά να φέρει στη σκηνή και την οθόνη σύνθετες, αντιφατικές γυναικείες μορφές ή εξακολουθεί να τις περιορίζει σε γνώριμα στερεότυπα;
Πιστεύω ακράδαντα ότι η σύγχρονη ελληνική μυθοπλασία τολμά, και μάλιστα με πολύ εντυπωσιακά αποτελέσματα. Έχουμε αρχίσει να ξεφεύγουμε από τα μονοδιάστατα στερεότυπα της «αγίας μητέρας» ή της «μοιραίας γυναίκας», συστήνοντας στο κοινό ηρωίδες με γκρίζες ζώνες, λάθη και βαθιά εσωτερική σύγκρουση.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Ξένια, που υποδύθηκε συγκλονιστικά η Μαρία Κίτσου στο «Να με λες μαμά», μια γυναίκα που κινείται στα όρια της παρανομίας κάνοντας μια απαγωγή, αλλά με κίνητρο την απόλυτη αγάπη και τη σωτηρία ενός κακοποιημένου παιδιού.
Επίσης, η Μαρίνα, έτσι όπως την ενσαρκώνει η Φωτεινή Πελούζο στην τηλεοπτική «Μεγάλη Χίμαιρα», μια ηρωίδα γεμάτη πάθος, αυτοκαταστροφικές τάσεις και μια εσωτερική δίνη που την κάνει απόλυτα γοητευτική και τραγική. Όταν το κείμενο και η ερμηνεία δίνουν χώρο σε τέτοιες πολυπλοκότητες, το κοινό ανταποκρίνεται αμέσως γιατί αναγνωρίζει την αληθινή ανθρώπινη φύση.
Αν η δική σας ζωή χωριζόταν σε τρεις πράξεις, σε ποια πράξη αισθάνεστε ότι βρίσκεστε σήμερα και ποια σκηνή θα θέλατε οπωσδήποτε να γράψετε στη συνέχεια;
Η απάντηση για μένα είναι πιο σύνθετη, γιατί δεν πιστεύω ότι η ζωή μας εξελίσσεται γραμμικά. Δεν αισθάνομαι ότι βρίσκομαι σε μία συγκεκριμένη πράξη, αλλά ότι μετακινούμαι διαρκώς ανάμεσά τους. Άλλοτε νιώθω να επιστρέφω στην πρώτη πράξη, εκεί όπου είμαι ακόμα μαθήτρια της ζωής, με την ίδια παιδική περιέργεια να ανακαλύψω τον κόσμο.
Άλλοτε βρίσκομαι στη δεύτερη πράξη, στην κορύφωση της δράσης, προσπαθώντας να εφαρμόσω στην πράξη όσα έμαθα και να αντιμετωπίσω τις προκλήσεις. Και άλλοτε, μεταφέρομαι στην τρίτη πράξη, εκεί όπου μπορώ να μεταλαμπαδεύσω αυτή τη γνώση στους επόμενους και να απολαύσω, έστω και για λίγο, τους καρπούς της σποράς μου.
Αν έπρεπε, λοιπόν, να γράψω την επόμενη σκηνή, δεν θα ήταν μια σκηνή φινάλε. Θα ήταν μια σκηνή γεμάτη ανατροπές, όπου οι πράξεις μπερδεύονται γλυκά και ο συγγραφέας εκπλήσσει ακόμα και τον ίδιο του τον εαυτό με ένα νέο, απρόσμενο ξεκίνημα.
Φέτος υπογράφετε την τηλεοπτική διασκευή του βιβλίου «Δύο μαύρα πουκάμισα» για το MEGA. Πόσο απαιτητικό είναι να μεταφέρεται ένα λογοτεχνικό έργο στην τηλεόραση, διατηρώντας την ψυχή του αλλά προσαρμόζοντάς το στους κανόνες της τηλεοπτικής αφήγησης;
Το κλειδί σε μια τέτοια πρόκληση είναι το πόσο σε εμπνέει το ίδιο το λογοτεχνικό έργο. Έχω ξαναγράψει σενάριο βασισμένο σε βιβλίο, αλλά η ειδοποιός διαφορά εδώ είναι ότι λάτρεψα το βιβλίο του Μένιου Σακελλαρόπουλου. Η ιστορία του Μανούσου, του Σήφη και της Μαρκέλλας με συνεπήρε τόσο βαθιά, που καθώς τη διάβαζα, έβλεπα ήδη να γεννιούνται μπροστά μου όλες οι παράλληλες ιστορίες που τελικά δημιούργησα.
Στόχος μου δεν ήταν απλώς να «γεμίσω» τηλεοπτικό χρόνο για να βγουν τα 110 επεισόδια, αλλά να ενισχύσω την κεντρική πλοκή. Έτσι, αναπτύχθηκαν 15 παράλληλες ιστορίες που κουμπώνουν οργανικά με την κεντρική, δημιουργώντας της τριβές και ρωγμές. Αν δεν με είχε εμπνεύσει τόσο η πρωτογενής ιστορία, δεν θα ένιωθα την ανάγκη να χτίσω αυτά τα δυνατά παράλληλα σύμπαντα.
Συγχρόνως, ένιωσα την ανάγκη να πιάσω το νήμα της ιστορίας από πολύ πιο παλιά. Ξεκίνησα την αφήγηση πολύ πριν από το χρονικό σημείο που αρχίζει το βιβλίο, ώστε όταν ο θεατής φτάσει εκεί, να έχει κατανοήσει απόλυτα τα κίνητρα, τις πληγές και το βάθος των χαρακτήρων.
Για μένα είναι πολύ πιο ενδιαφέρον για έναν σεναριογράφο να μεταφέρει ένα βιβλίο στην τηλεόραση, παρά να διασκευάζει μια σειρά που έρχεται από μια άλλη χώρα, από την Τουρκία, την Κορέα, την Αργεντινή π.χ. Γι' αυτό και στην πορεία μου ως τώρα έχω αποφύγει, όσο μπόρεσα, τα adaptation, ή όταν συμφώνησα τελικά σε κάποιο, όπως ο «Άντρας των Ονείρων μου» το 2017 – 2018, κράτησα μόνο το high concept και δημιούργησα ρόλους και πλοκή από την αρχή.
Ποια σκηνή αποτέλεσε τη μεγαλύτερη συγγραφική πρόκληση για εσάς και γιατί;
Αν κοιτάξω συνολικά τη σεναριακή μου πορεία, η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν οι σκηνές θρήνου της Βασιλικής -την οποία υποδύθηκε συγκλονιστικά η Μαριλίτα Λαμπροπούλου- στον τρίτο κύκλο του «Σασμού», αμέσως μετά τη δολοφονία του γιου της, του Νικηφόρου.
Το να αποδώσεις με λέξεις τον απόλυτο μητρικό πόνο, την απώλεια που ξεπερνά την ανθρώπινη αντοχή, είναι μια διαδικασία που σε αδειάζει ψυχικά ως συγγραφέα. Θεωρώ ότι είναι από τις κορυφαίες μου συγγραφικές στιγμές, οι οποίες ευτύχησαν να αποδοθούν με έναν εξίσου κορυφαίο, καθηλωτικό τρόπο από την ηθοποιό.
Όσον αφορά τα «Δύο μαύρα πουκάμισα», η μεγαλύτερη πρόκληση δεν έχει αποτυπωθεί ακόμα στο χαρτί, είναι καθ' οδόν. Ξέρω ήδη από τώρα ποια σκηνή θα είναι, αλλά δεν θέλω να την προδώσω στους τηλεθεατές. Πρόκειται για την πιο μεγαλειώδη στιγμή στην κοινή ιστορία του Μανούσου και του Σήφη, τη σκηνή που θα αποκαλύψει με τον πιο ανάγλυφο τρόπο τι σήμαινε τελικά ο ένας για τον άλλον.







