ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΝΤΙΚΑΣ: «ΣΤΗ ΜΥΚΟΝΟ ΕΓΙΝΑ ΕΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΥΛΗ»


Από την Κωνσταντινούπολη και το Παρίσι έως το εκτυφλωτικό φως των Κυκλάδων, ο αρχιτέκτονας και γλύπτης Δημήτρης Μάντικας μιλά στο «Άλως» για τις ρίζες της αρχιτεκτονικής.


Συνέντευξη στη Βίκυ Διαμάντη

Υπάρχουν αρχιτέκτονες που σχεδιάζουν έναν τόπο και άλλοι που αφήνουν τον τόπο να τους διδάξει πρώτα πώς να σχεδιάζουν. Για τον Δημήτρη Μάντικα, η αρχιτεκτονική δεν γεννήθηκε μόνο στις αίθουσες της École des Beaux-Arts του Παρισιού ούτε περιορίστηκε στη γνώση των αναλογιών, της γεωμετρίας και της μορφής. Ολοκληρώθηκε στη Μύκονο, δίπλα στους ντόπιους μάστορες, μέσα στη μυρωδιά του χώματος, του ασβέστη και της μαρμαρόσκονης, στο βάρος της πέτρας και στη δύναμη του χεριού που ρίχνει τον σοβά με το μυστρί.


Η Κωνσταντινούπολη του έμαθε ότι η αρχιτεκτονική μπορεί να είναι κοσμοπολίτικη και μεγαλειώδης. Tο Παρίσι τού έδωσε τον μηχανισμό για να την αντιλαμβάνεται. H Μύκονος, όμως, τον ένωσε με την ύλη.

Στη συζήτησή μας για τις «Ρίζες», μιλά για την ταυτότητα των κτισμάτων, για μια κυκλαδίτικη αρχιτεκτονική που μοιάζει λιτή ενώ είναι πλούσια και σύνθετη, για την παράδοση που πρέπει να μας διδάσκει αλλά όχι να αντιγράφεται, και για το φως που αποκαλύπτει κάθε αλήθεια και καίει καθετί περιττό. Για εκείνον, άλλωστε, ένα κτίριο δεν μπαίνει σε καλούπι: μεγαλώνει σαν παιδί, αποκτά εσωτερικό κόσμο και, όπως κάθε άνθρωπος, γίνεται μοναδικό.


Τι είναι αυτό που δίνει σε ένα κτίσμα τις «ρίζες» και την ταυτότητά του; Πότε μπορούμε να πούμε ότι ένα κτίριο ανήκει πραγματικά στον τόπο όπου βρίσκεται;

Η αρχιτεκτονική ενός τόπου καθορίζεται κυρίως από την ανάγκη προστασίας του ανθρώπου από εξωγενείς παράγοντες. Η ταυτότητα των όγκων μέσα στον χώρο, η μορφολογία τους, τα υλικά της περιοχής —και όχι τα εισαγόμενα—, η τοποθέτηση της κατασκευής και των ανοιγμάτων, αλλά προπάντων η χρήση του κτιρίου, καθορίζουν τις ρίζες και την ταυτότητά του. Το αν ένα κτίσμα ανήκει στον τόπο όπου βρίσκεται σχετίζεται με το πώς ξεκίνησε η πρωταρχική κατασκευή των κτισμάτων και ποια ήταν η λειτουργία τους, με το πώς εξελίχθηκαν στον χρόνο, αλλά και με το πώς οι κάτοικοι άρχισαν να επηρεάζονται από νέα υλικά και νέους τρόπους κατασκευής. Μεγάλο ρόλο παίζουν, φυσικά, και τα πολεοδομικά διατάγματα που έχουν συνταχθεί για την προστασία της αρχιτεκτονικής ενός τόπου, όπως συνέβη στην περίπτωση της Μυκόνου με το Προεδρικό Διάταγμα 336 Δ΄/1976.

Το ζήτημα ωστόσο είναι πολύπλοκο. Ένα σωστό κτίσμα, που σέβεται το περιβάλλον, εντάσσεται σε αυτό, το αναβαθμίζει και επιτρέπει μια άνετη ζωή στους ανθρώπους που κατοικούν στο εσωτερικό του, μπορεί τελικά να ανήκει παντού.

Γεννηθήκατε στην Κωνσταντινούπολη, σπουδάσατε στο Παρίσι, επιλέξατε να ζήσετε και να δημιουργήσετε στη Μύκονο. Τι αποτύπωσε μέσα σας ο κάθε τόπος και πώς διαμόρφωσε την αρχιτεκτονική σας ματιά;

Στην Κωνσταντινούπολη, λόγω των δύο μεγάλων αυτοκρατοριών, υπάρχουν μεγαλειώδη κτίσματα που όλοι λίγο-πολύ γνωρίζουμε. Ταυτόχρονα, όμως, υπήρχαν γειτονιές όπου ζούσαν Ρωμιοί, όπως και άλλες όπου κατοικούσαν Τούρκοι, Αρμένιοι, Εβραίοι και άλλες κοινότητες. Η Κωνσταντινούπολη των παιδικών μου χρόνων, με πληθυσμό ασύγκριτα μικρότερο από τον σημερινό, εξέπεμπε ακόμη τη μαγεία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αλλά και της Ρωμαϊκής, την οποία εμείς αντιλαμβανόμασταν ως συνέχεια του ελληνισμού, παρότι ήταν ρωμαϊκή. Ήταν η Πόλη! Μια πραγματική και οργανωμένη πόλη, κακά τα ψέματα. 

Διέθετε, μεταξύ άλλων, φωταέριο και άλλες σημαντικές παροχές, καθώς και πλήρες κτηματολόγιο. Θα την αποκαλούσα μια κοσμοπολίτικη ευρωπαϊκή πόλη. Τα κρατικά κτίρια, αλλά και πολλά από τα ιδιωτικά, ήταν μεγαλειώδη. Αρκετά από τα νεότερα κτίσματα είχαν σχεδιαστεί από πολύ γνωστούς Γάλλους, Έλληνες και άλλους ξένους αρχιτέκτονες, κυρίως μέσα στον ιστό της πόλης, στην περιοχή του Πέραν. 

Ανάμεσά τους βρίσκονταν ελληνικά σχολεία, όπως το Ζάππειο, το Κεντρικό και το Ζωγράφειο, καθώς και κτίρια κοντά στο Πατριαρχείο, όπως η Μεγάλη του Γένους Σχολή, το γνωστό κόκκινο κτίριο. Οι εκκλησίες που κατασκευάστηκαν κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπως και τα τεμένη, οι συναγωγές και άλλα λατρευτικά κτίρια, διέθεταν και αυτά ένα μεγαλείο που πήγαζε από τον ίδιο τον τόπο. Η Κωνσταντινούπολη, λοιπόν, μου δημιούργησε την αντίληψη ότι η αρχιτεκτονική είναι διεθνής, κοσμοπολίτικη, κάτι μεγαλειώδες και, ταυτόχρονα -ανάλογα με την περίπτωση- λιτό.

Στο Παρίσι, ως φοιτητής Αρχιτεκτονικής, σε μια σχολή που ανήκε στο σύμπλεγμα της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών του Παρισιού, της ENSBA, μυήθηκα σε αυτή την επιστήμη με το τεράστιο εύρος. Υπήρχε, μάλιστα, και μάθημα «Μύησης στην Αρχιτεκτονική» (Initiation à l’architecture). Στα έξι χρόνια των σπουδών -τρεις κύκλοι των δύο ετών- διδάχθηκα θέματα που δύσκολα μπορεί να φανταστεί κάποιος αν δεν φοιτήσει εκεί. Με λίγα λόγια, το Παρίσι με έκανε να σκέφτομαι και να αντιλαμβάνομαι διαφορετικά. Κυρίως, μου ανέπτυξε τον μηχανισμό της αντίληψης -υπήρχε και σχετικό μάθημα, Mécanisme de la perception-, ο οποίος αργότερα με βοήθησε όσο τίποτε άλλο να κατανοήσω αυτό το αρχιτεκτονικό και πολεοδομικό θαύμα που λέγεται Μύκονος.

Στη Μύκονο πήγα για πρώτη φορά το καλοκαίρι του 1969, σε ηλικία 18 ετών, μαζί με έναν συμμαθητή μου. Ήταν η εποχή των χίπηδων. Το νησί ήταν ένα πραγματικά μαγικό μέρος κάτω από το φως. Η Χώρα της Μυκόνου -δεν ξέρω ακόμη ακριβώς γιατί, ίσως εξαιτίας των χρυσών τομών και των αναλογιών που υπάρχουν παντού- σε μάγευε σαν να βρισκόσουν μέσα σε ένα παραμύθι. Θα έλεγα ότι το φως τα έκανε όλα. Ακόμη και μαύρα να είχαν βάψει τα σπίτια, με τόσο δυνατό φως θα φαίνονταν να λαμποκοπούν σαν να ήταν λευκά.



Αυτό το μέρος με τραβούσε από την πρώτη στιγμή. Το επισκέφθηκα αρκετές φορές, ώσπου εγκαταστάθηκα μόνιμα το 1981 και έκτοτε ζω εκεί χειμώνα-καλοκαίρι. Στην αρχή άνοιξα ένα μικρό αρχιτεκτονικό γραφείο, σε ένα μυκονιάτικο στενό, κάτω από μια σκάλα. Τότε όλοι οι χτίστες, οι μάστορες και οι εργάτες ήταν Μυκονιάτες. Δουλεύοντας μαζί τους, ενώθηκα με την ύλη· μπήκε, όπως λένε, μέσα στο πετσί μου. Ένιωσα το βάρος της πέτρας, τη μείξη του κονιάματος, τον ασβέστη, την άμμο, τη μαρμαρόσκονη, το τσιμέντο, το γαρμπίλι, το χώμα. Ένιωσα τη δύναμη του χεριού που ρίχνει τον σοβά στον τοίχο με το μυστρί, το πάτημα, το τρίψιμο -τους πατητούς και τους τραβηχτούς σοβάδες-, το κάρφωμα των πετρωμάτων στις οροφές και πολλά ακόμη.

Παράλληλα, στις επισκευές παλαιών κτιρίων έβλεπα τα φύκια στις οροφές, τα καλάμια, τα τραβέρσα, τους τρόπους κατασκευής, τα «σαμάρια» —τα στρογγυλά στηθαία—, τη δομική πέτρα και τόσα άλλα στοιχεία με τα οποία είχαν φτιαχτεί όλα αυτά τα κτίρια. Επιπλέον, όλα όσα ανέφερα είχαν, πέρα από την υφή τους, και τη δική τους μυρωδιά. Από την εκσκαφή και τη μυρωδιά του χώματος έως την τελική παράδοση, ένα κτίριο μυρίζει όπως ο άνθρωπος.

Στη Μύκονο, λοιπόν, έγινα ένα με την ύλη και με τους τρόπους μείξης και κατασκευής. Εκεί ολοκληρώθηκα ως αρχιτέκτονας, έχοντας τους καλύτερους και πιο ουσιαστικούς δασκάλους: τους ίδιους τους Μυκονιάτες.

Η κυκλαδίτικη αρχιτεκτονική δίνει συχνά την εντύπωση της λιτότητας και της οικονομίας. Είναι πράγματι έτσι;

Θα έλεγα το αντίθετο: οικονομία στα υλικά δεν υπάρχει. Αντιθέτως, η ύλη χρησιμοποιείται σε αφθονία. Υπάρχουν πέτρινοι τοίχοι με πάχος μεγαλύτερο από 60 εκατοστά και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και ένα μέτρο -ειδικά στις θεμελιώσεις-, κτίρια με ψηλές οροφές που ξεπερνούν εσωτερικά τα τέσσερα μέτρα, καθώς και σοβάδες με πολλή άμμο και τσιμέντο -παλαιότερα με ασβέστη-, πάχους μεγαλύτερου από τρία εκατοστά.

Κυριαρχούν οι πατητοί σοβάδες, ώστε ο άνεμος να γλιστρά επάνω τους. Για την εφαρμογή τους απαιτείται περισσότερο υλικό, καθώς πιέζεται με το μυστρί για να εισχωρήσει στα κενά, στους αρμούς ανάμεσα στις πέτρες, και να αποκτήσει ο τοίχος μεγαλύτερη αντοχή. Η αντίληψη περί οικονομίας των υλικών στις Κυκλάδες είναι, κατά τη γνώμη μου, λανθασμένη -ιδιαίτερα στη Μύκονο, όπου οι σοβάδες περιέχουν τόσο πολύ τσιμέντο, ώστε δεν μπορείς να καρφώσεις ούτε ατσαλόπροκα.

Αυτός ο τρόπος κατασκευής φαίνεται λιτός, όμως το βάρος του ξεπερνά εκείνον μιας νέας οικοδομής σε άλλο μέρος. Στις Κυκλάδες συναντάμε έναν πολυμορφισμό: φούρνους έξω από το περίγραμμα, στηθαία πάχους 60 εκατοστών με ελεύθερη καμπύλη, καμινάδες, πεζούλες χτισμένες με πέτρα, κ.ά. Αυτό είναι ένα από τα μυστικά αυτής της αρχιτεκτονικής: φαίνεται λιτή, ενώ είναι πλούσια και πολύπλοκη.

Πώς μπορεί ένας σύγχρονος αρχιτέκτονας να συνομιλήσει με την παράδοση χωρίς να εγκλωβιστεί στη μίμησή της;

Η μόνη ουσιαστική συνομιλία με την παράδοση είναι να διδαχθεί κανείς από αυτήν και να μην την αντιγράψει. Ας μην ξεχνάμε ότι η παράδοση, όταν γεννήθηκε, ήταν μοντέρνα για την εποχή της. Το να πει ένας παρατηρητής ότι «ο εγγονός φτιάχνει ό,τι έφτιαχνε και ο παππούς του» αποτελεί προσβολή για την αρχιτεκτονική. Ταυτόχρονα, όμως, και ένα copy-paste από αριστουργήματα είναι μια άλλη μορφή προσβολής.

Είναι δύσκολο ζήτημα. Στην περίπτωση της Μυκόνου, όμως, με το διάταγμα που ανέφερα προηγουμένως, θα έλεγα ότι έχει αντιμετωπιστεί όσο ήταν δυνατόν από τους αρχιτέκτονες που το συνέταξαν, τον Ρωμανό και τον Καλλιγά. Χρειάζεται, βέβαια, πολύ διάβασμα. Η αρχιτεκτονική μορφολογία της Μυκόνου είναι απείρως δυσκολότερη και πιο απαιτητική από ένα μοντέρνο κτίριο που βλέπουμε αλλού.

Ποιες κοινές ρίζες συνδέουν την αρχιτεκτονική και τη γλυπτική σας;

Η αρχιτεκτονική μου είναι, όσο γίνεται, συνυφασμένη με την αρχιτεκτονική μορφολογία της Μυκόνου και με το ειδικό διάταγμα. Ταυτόχρονα, προσπαθώ να μην καταστρέφω στοιχεία ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, όπως οι βραχώδεις εξάρσεις, και να εντάσσω το κτίριο όσο καλύτερα γίνεται στο περιβάλλον. Τα γλυπτά μου είναι εμπνευσμένα κυρίως από τη γεωμετρία, τις χρυσές τομές και τις αναλογίες, αλλά και από το έντονο φως μέσα στο οποίο τα τοποθετώ, ώστε να μπορώ να τα αντιλαμβάνομαι καλύτερα.

Ποια υλικά χρησιμοποιείτε στη γλυπτική σας και πώς εξελίσσεται η δημιουργική διαδικασία στα αρχιτεκτονικά σας έργα;

Τα υλικά που χρησιμοποιώ έως τώρα είναι σίδερο, γυαλί, πολυεστέρας, χαρτί, κόλλα και άλλα υλικά που μπορεί κανείς να βρει σχετικά εύκολα. Ξεκινώ, όμως, μια νέα συλλογή, τα έργα της οποίας δεν μπορώ να κατασκευάσω μόνος μου λόγω μεγέθους και τεχνικής. Γι’ αυτό άρχισα να συνεργάζομαι με εξειδικευμένα μηχανουργεία.

Στη δημιουργική διαδικασία της αρχιτεκτονικής και ειδικά στα κτίριά μου στη Μύκονο υπεισέρχονται πολλοί παράγοντες. Τα εδάφη εδώ είναι δύσκολα, περίπλοκα και απαιτητικά. 



Με λίγα λόγια, ένα κτίριο αναπτύσσεται όπως ένα παιδί· δεν βγαίνει από καλούπι, από ένα σχέδιο, μια μακέτα ή από αντιγραφές περιοδικών. Τα κτίριά μου έχουν τη δική τους προσωπικότητα και σχεδιάζονται για τον κάθε άνθρωπο που θα κατοικήσει μέσα τους. Όλοι οι άνθρωποι έχουν την ίδια κατασκευή, όμως κανένας δεν μοιάζει με τον άλλον.

Πιστεύετε ότι το σύγχρονο design και οι τάσεις μπορούν να σταθούν απέναντι στο έντονο φως και στη γυμνή αλήθεια του κυκλαδίτικου τοπίου;

Στις Κυκλάδες το design δεν αντέχει. Καίγεται από το έντονο φως. Το design είναι σαν τις γυναίκες με τα πρησμένα χείλη και τα λίφτινγκ. Το «μακιγιάζ» στην αρχιτεκτονική απαγορεύεται. Η όψη ενός έργου πρέπει να προέρχεται από τη λειτουργία του.

Η αρχιτεκτονική δεν είναι ένα ωραίο δαχτυλίδι, μια τσάντα ή ένα κολιέ. Έχει εσωτερικό κόσμο, όπως ο άνθρωπος. Το αρχαίο ελληνικό ρητό «οία η μορφή, τοιάδε και η ψυχή» εξηγεί πώς πρέπει να είναι. Η μορφή προκύπτει από τη λειτουργία και όχι η λειτουργία από τη μορφή· το βλέπουμε σε ολόκληρη τη φύση. Το design είναι το ευκολότερο πράγμα. Η λειτουργία, όμως, είναι το δυσκολότερο.

Πόσο σημαντικός παραμένει ο πειραματισμός έπειτα από τόσα χρόνια δημιουργίας;

Ο δημιουργός πειραματίζεται συνεχώς. Η δημιουργία είναι ένα μόνιμο και αδιάκοπο πείραμα. Αυτό, όμως, που την κάνει δυναμική είναι η εμπειρία και η γνώση. Στην αρχιτεκτονική, στην τέχνη, όπως και σε οποιοδήποτε άλλο πεδίο, τη στιγμή που περιορίζεσαι έχεις ήδη ξεπεραστεί και μένεις στάσιμος.



Πού βρίσκονται σήμερα οι δικές σας ρίζες; Και, αν μπορούσατε να σχεδιάσετε χωρίς κανέναν περιορισμό, ποιο θα ήταν το ιδανικό σας καταφύγιο;

Δεν θα έλεγα ότι έχω ρίζες. Ως τόπο διαμονής θα επέλεγα ένα παλιό μυκονιάτικο σπίτι μέσα σε ένα αγρόκτημα με πολλούς βράχους και, ταυτόχρονα, ένα δυάρι στα Εξάρχεια. 

Αν, όμως, σχεδίαζα και επέβλεπα ένα κτίριο χωρίς νομοθεσίες και περιοριστικούς όρους, θα χρησιμοποιούσα τα πάντα: υλικά, φως, σκοτάδι, βαρύτητα, μη βαρύτητα και οτιδήποτε υπάρχει στη γνωστή φυσική και στην ύλη.

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΔΙΑΜΑΝΤΗ