Ένα κουμπί που ανοίγει, μια φούστα που μεταμορφώνεται, ένα ύφασμα που ακολουθεί την κίνηση του σώματος. Η ενδυματολόγος Μάγδα Καλορίτη μάς οδηγεί στον κόσμο της θεατρικής δημιουργίας, εκεί όπου τα ρούχα αποκτούν φωνή, αποκαλύπτουν τους χαρακτήρες και συμμετέχουν στη δράση. Και αφηγείται τη στιγμή που ένας γνώριμος άνθρωπος φορά το κοστούμι του και γίνεται κάποιος άλλος. Μια στιγμή που, όπως εξομολογείται, αξίζει περισσότερο από κάθε άλλη ανταμοιβή...
«Κάθε παράσταση αρχίζει για μένα από ένα κείμενο. Το παίρνω στα χέρια μου, το διαβάζω με τον πιο παραδοσιακό τρόπο, υπογραμμίζω, κρατώ σημειώσεις και προσπαθώ να φανταστώ τον κόσμο που πρόκειται να δημιουργηθεί πάνω στη σκηνή. Πόσοι είναι οι χαρακτήρες; Πώς κινούνται μέσα στην ιστορία; Πόσα κοστούμια χρειάζονται; Υπάρχουν παραστάσεις όπου κάθε ηθοποιός φορά ένα μόνο κοστούμι και άλλες όπου οι αλλαγές είναι συνεχείς, ιδιαίτερα όταν η αφήγηση διατρέχει διαφορετικές χρονικές περιόδους.
Ύστερα έρχεται η συζήτηση με τον σκηνοθέτη. Θέλω να καταλάβω πώς φαντάζεται την παράσταση, ποιο συναίσθημα επιθυμεί να γεννήσει στον θεατή, αν αναζητά μια ρεαλιστική προσέγγιση ή έναν κόσμο περισσότερο ονειρικό. Το αρχικό όραμα είναι δικό του. Εκείνος κατευθύνει τους ηθοποιούς και συντονίζει όλα τα δημιουργικά στοιχεία, από τα σκηνικά και τα κοστούμια μέχρι τον φωτισμό.
Σε μικρότερα θέατρα συμβαίνει να αναλαμβάνω και την επιμέλεια των αντικειμένων ή τη διαμόρφωση του σκηνικού χώρου, εφόσον οι ανάγκες δεν είναι ιδιαίτερα σύνθετες. Δεν θα επιχειρούσα να σχεδιάσω ένα ολόκληρο απαιτητικό σκηνικό, γιατί η δική μου δουλειά είναι πρωτίστως τα κοστούμια. Όταν, όμως, ασχολούμαι και με τον χώρο, μπορώ να διαμορφώσω συνολικά τη χρωματική ταυτότητα της παράστασης. Το ίδιο αποτέλεσμα, φυσικά, μπορεί να προκύψει μέσα από μια καλή συνεργασία με τον σκηνογράφο».
Το κοστούμι πρέπει να ακολουθεί το σώμα
«Μετά αρχίζουν οι πρόβες. Εκεί ανακαλύπτω πράγματα που δεν μπορεί να μου αποκαλύψει μόνο το κείμενο. Παρατηρώ τους ηθοποιούς, τον τρόπο που κινούνται, τις χειρονομίες τους, τις ανάγκες κάθε σκηνής. Γιατί το κοστούμι δεν αρκεί να είναι όμορφο. Πρέπει να μπορεί να ζήσει μαζί με τον ηθοποιό.
Μπορεί να χρειάζεται να αλλάξει ρούχα μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα. Μπορεί ακόμη και να πρέπει να αλλάξει επί σκηνής. Τότε αναζητώ μια λύση που να λειτουργεί πρακτικά, χωρίς να διακόπτει τη ροή της παράστασης.
Αν ένας ηθοποιός πρέπει να τρέξει, δεν γίνεται να φορά ένα κοστούμι τόσο στενό που να τον εμποδίζει. Αν πρέπει να γονατίσει, χρειάζεται να προβλέψω αν υπάρχει χώρος για επιγονατίδες. Είναι δεκάδες αυτές οι μικρές λεπτομέρειες που ο θεατής δεν θα αντιληφθεί ποτέ, αλλά μπορούν να καθορίσουν την άνεση και την ελευθερία του ηθοποιού. Το κοστούμι πρέπει να τον βοηθά, όχι να τον περιορίζει. Και όταν όλα αυτά έχουν λυθεί, μπορώ πια να αφοσιωθώ στο καθαρά εικαστικό κομμάτι. Στο χρώμα, στη φόρμα, στο ύφος, στη συνολική εικόνα.
Δεν πιστεύω ότι το θέατρο χρειάζεται πάντοτε απόλυτη ιστορική πιστότητα. Δεν κάνουμε ντοκιμαντέρ. Εκείνο που έχει σημασία είναι ο θεατής να αναγνωρίζει την εποχή και, ταυτόχρονα, το κοστούμι να του αποκαλύπτει κάτι από την προσωπικότητα του χαρακτήρα.
Αν η ιστορία διαδραματίζεται στη δεκαετία του 1950, για παράδειγμα, η κλος φούστα αποτελεί χαρακτηριστικό στοιχείο της γυναικείας σιλουέτας. Μπορούμε να αποφύγουμε τα μεγάλα πουά ή τα λουλουδάτα σχέδια, αν θέλουμε μια πιο μινιμαλιστική αισθητική. Δεν μπορούμε, όμως, να αγνοήσουμε τη βασική γραμμή του ρούχου, γιατί τότε χάνεται η εικόνα της εποχής.
Το ίδιο ισχύει για ένα μοντέρνο κορίτσι της δεκαετίας του 1960, που δύσκολα μπορείς να το φανταστείς χωρίς μίνι ή σούπερ μίνι, ή για τη δεκαετία του 1970, όπου η καμπάνα αποτελεί χαρακτηριστικό στοιχείο της ενδυματολογικής ταυτότητας».
Δύο χήρες, δύο διαφορετικές ιστορίες
«Πάντα με γοήτευε η δυνατότητα του ρούχου να μιλά για όσα ο άνθρωπος δεν λέει. Ακόμη και στην καθημερινότητά μας, το ντύσιμο είναι μια δήλωση. Στο θέατρο, όμως, αυτή η δήλωση αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Ας φανταστούμε δύο χήρες. Και οι δύο πιθανότατα φορούν μαύρα. Είναι, όμως, ίδιες; Μια γυναίκα που βιώνει βαθιά τον πόνο της απώλειας δεν θα ντυθεί με τον ίδιο τρόπο όπως μια εύθυμη χήρα. Μπορεί να αλλάξει το πατρόν, η εφαρμογή, μια λεπτομέρεια, ο τρόπος που πέφτει το ύφασμα πάνω στο σώμα.
Κάποιες φορές θέλουμε αυτή η διαφορά να είναι ολοφάνερη. Άλλες φορές προτιμούμε να λειτουργεί υπαινικτικά, να αφήνει τον θεατή να αναρωτηθεί, να παρατηρήσει, να ανακαλύψει κάτι που δεν έχει ειπωθεί.
Υπάρχουν, μάλιστα, στιγμές όπου το κοστούμι δεν περιορίζεται στο να αποκαλύπτει τον χαρακτήρα, αλλά γίνεται μέρος της ίδιας της δράσης. Φανταστείτε μια ηθοποιό που θέλει να δείξει πως ονειρεύεται να πετάξει. Φορά μια κρουαζέ φούστα από τούλι. Τη λύνει και με δύο ή τρεις κινήσεις την προσαρμόζει στον λαιμό και στους καρπούς της. Ο φωτισμός χαμηλώνει, εκείνη αρχίζει να κινεί τα χέρια της και ξαφνικά δημιουργείται μια μαγική εικόνα.
Το ύφασμα έχει πάψει να είναι απλώς ένα ρούχο. Έχει μεταμορφωθεί σε μέσο έκφρασης. Συμμετέχει στη σκηνή, αφηγείται κάτι, αποκτά τη δική του θέση μέσα στην ιστορία. Είναι σαν να έχει κι αυτό τις δικές του ατάκες.
Τίποτα από όλα αυτά, βέβαια, δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς συνεργασία. Το θέατρο είναι συλλογική δημιουργία. Ο σκηνοθέτης, οι ηθοποιοί, ο σκηνογράφος, ο ενδυματολόγος, ο φωτιστής, ο χορογράφος, όταν υπάρχει, όλοι συνεισφέρουν τις ιδέες τους για να δημιουργηθεί ένας ενιαίος σκηνικός κόσμος. Καθένας έχει τη δική του ματιά, αλλά όλοι υπηρετούμε το ίδιο όραμα».
Η στιγμή που ο ηθοποιός γίνεται κάποιος άλλος
«Και κάποτε φτάνουμε στις τελευταίες πρόβες. Έχουμε ήδη παρακολουθήσει τους ηθοποιούς να δουλεύουν τους ρόλους τους, έχουμε συγκινηθεί με την προσπάθεια και τις ερμηνείες τους. Τώρα, όμως, αρχίζει να συμβαίνει κάτι διαφορετικό.
Το κοστούμι ολοκληρώνεται. Μπαίνουν όλα τα αξεσουάρ, κάθε λεπτομέρεια βρίσκεται στη θέση της. Ορισμένα κομμάτια έχουν χρησιμοποιηθεί από νωρίτερα, ιδίως όταν επηρεάζουν την κίνηση. Ο ηθοποιός πρέπει να εξοικειωθεί μαζί τους, να τα αισθανθεί, να τα εντάξει στον τρόπο που υπάρχει πάνω στη σκηνή.
Μπορεί ακόμη και ένα κουμπί να αποκτήσει σημασία. Σε μια συγκεκριμένη ατάκα ο ηθοποιός ανοίγει το σακάκι του και κάθεται. Σε μια άλλη φορά το παλτό του και φεύγει. Το ρούχο συμμετέχει στον ρυθμό της ερμηνείας, γίνεται κομμάτι της συμπεριφοράς του χαρακτήρα.
Και τότε, στις τελευταίες πρόβες, όταν όλα βρίσκονται στη θέση τους, έρχεται εκείνη η στιγμή που περιμένω κάθε φορά. Κοιτάζω τον ηθοποιό και ξαφνικά δεν βλέπω πια τον άνθρωπο που γνωρίζω. Δεν είναι ο φίλος μου, ο συνεργάτης μου, εκείνος με τον οποίο συζητούσαμε πριν από λίγο. Μπροστά μου βρίσκεται κάποιος άλλος. Η προσωπικότητα που υποδύεται.
Αν αυτή η μεταμόρφωση υποστηρίζεται και από την ερμηνεία του, τότε συμβαίνει κάτι που δύσκολα περιγράφεται με λόγια. Είναι η απόλυτη μαγεία για έναν ενδυματολόγο.
Προσωπικά, γι' αυτές τις στιγμές ζω. Είναι μια σχεδόν εκστατική εμπειρία, ένας μικρός «οργασμός» δημιουργίας. Και, κακά τα ψέματα, πολλές φορές αυτή είναι η μεγαλύτερη ανταμοιβή μας.
Γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι που δουλεύουμε στο θέατρο γνωρίζουμε πολύ καλά ότι σπάνια μπορεί κανείς να βιοποριστεί αποκλειστικά από αυτό. Κι όμως, συνεχίζουμε. Επιστρέφουμε στις πρόβες, στις δυσκολίες, στις ατέλειωτες λεπτομέρειες, στην αγωνία μέχρι να ολοκληρωθεί μια παράσταση.
Για εκείνη τη στιγμή που όλα συναντιούνται πάνω στη σκηνή και ένας άνθρωπος μεταμορφώνεται μπροστά στα μάτια μας.
Γιατί, τελικά, θέατρο κάνουμε για τη μαγεία του».




