Η εικαστικός Μαρία Φιλιππακοπούλου μιλά στο «Άλως» για τα πρώτα τοπία που επιμένουν μέσα μας, τη μνήμη που μεταμορφώνεται σε χρώμα και τις πνευματικές ρίζες που συνδέουν το προσωπικό βίωμα με την ιστορία της τέχνης.
Συνέντευξη στη Βίκυ Διαμάντη
Μια θάλασσα, ένα χωράφι, ένα αλώνι, ένα ζώο στην άκρη του δρόμου. Εικόνες που κάποτε υπήρξαν συγκεκριμένοι τόποι απομακρύνονται σταδιακά από την πραγματικότητα και επιστρέφουν στον καμβά ως μνήμη, ρυθμός, φως και χρώμα. Στη ζωγραφική της Μαρίας Φιλιππακοπούλου η φύση δεν αναπαρίσταται απλώς· μεταμορφώνεται σε ένα εσωτερικό τοπίο, ελεύθερο από σαφή γεωγραφικά και χρονικά όρια, όπου όσα έχουμε δει συναντούν όσα έχουν απομείνει μέσα μας.
Από τα παιδικά καλοκαίρια στην Πελοπόννησο και την Κρήτη έως τις εικόνες της Αθήνας, και από τη λογοτεχνία, την ποίηση και το θέατρο έως τη φωτογραφία και τη ζωγραφική, οι διαφορετικές διαδρομές της δεν λειτουργούν ως κλειστά κεφάλαια. Γίνονται υπόγεια νήματα που ενώνονται σε μια προσωπική εικαστική γλώσσα. Ακόμη και όταν η ανθρώπινη μορφή απουσιάζει, το ίχνος της παραμένει: σε έναν δρόμο, μια ταμπέλα, ένα ποτιστικό, μια νταλίκα. Το τοπίο, όμως, αφήνεται να υπάρξει αυτόνομο και ανοιχτό, προσκαλώντας τον θεατή να εισέλθει σε αυτό και να δημιουργήσει τη δική του αφήγηση.
Με αφορμή την έκθεση «Λαμπρό τοπίο του χρώματος», η Μαρία Φιλιππακοπούλου μιλά στο «Άλως» για το καθαρό, συμπαγές χρώμα του ελληνικού φωτός, για τους καλλιτέχνες που έγιναν κομμάτι της πνευματικής της καταγωγής και για τη μνήμη ως ζωντανή δημιουργική δύναμη. Για εκείνη, οι ρίζες δεν είναι δεσμά ούτε επιστροφή σε κάτι αμετάβλητο. Είναι η αφετηρία που μας συγκρατεί και, ταυτόχρονα, μας επιτρέπει να προχωρούμε -να μεταφέρουμε το παρελθόν στο παρόν και να το μεταμορφώνουμε σε μια καινούργια εικόνα, ανοιχτή προς το μέλλον.
Στη ζωγραφική σας η φύση μοιάζει να απομακρύνεται από τον συγκεκριμένο τόπο και να μετατρέπεται σε ένα εσωτερικό τοπίο. Πόσο βαθιά βρίσκονται μέσα σε αυτά τα έργα οι δικές σας «ρίζες», οι τόποι και οι εικόνες που κουβαλάτε;
Η φύση είναι για μένα ένα σημείο εκκίνησης, είναι ένα από τα θέματα που επανέρχεται συχνά στην ζωγραφική μου. Παρατηρώ τον κόσμο γύρω μου, το φως, τον ορίζοντα, τα βουνά, την βλάστηση, τα ζώα. Στην πορεία όμως αυτά τα στοιχεία απομακρύνονται από την κυριολεκτική τους υπόσταση, γίνονται μνήμη, συναίσθημα, ρυθμός, χρώμα. Έτσι δημιουργούνται αυτά τα υποκειμενικά τοπία πέρα από συγκεκριμένο χώρο ή χρόνο που θέλω να λειτουργούν σαν ελεύθερα πεδία σκέψης και εμπειρίας.
Ίσως λοιπόν οι ρίζες μου να βρίσκονται σε αυτά τα έργα όπως βρίσκονται και στην φύση, κάτω από την επιφάνεια. Δεν φαίνονται πάντα αλλά συνδέουν τα έργα με κάτι βαθειά προσωπικό. Κουβαλάω πολλές αναμνήσεις από την φύση από τα παιδικά μου χρόνια, αφού παρόλο που γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα, έχω καταγωγή από την Πελοπόννησο και την Κρήτη όπου περνούσα πολύ χρόνο στις διακοπές. Αυτές οι μνήμες μετασχηματίζονται, ξαναγεννιούνται και συνδέονται με το σήμερα.
Οι ρίζες μάς συνδέουν με έναν τόπο, ακόμη κι όταν έχουμε απομακρυνθεί από αυτόν. Μπορεί ένας ζωγράφος να ξεφύγει πραγματικά από τα πρώτα τοπία που είδε ή αυτά επιστρέφουν, ακόμη και ασυνείδητα, στο έργο του;
Νομίζω πως οι περισσότεροι από εμάς συνδεόμαστε σε όλη μας την ζωή με τους πρώτους τόπους μας, τις πρώτες μας μνήμες. Πόσο μάλλον ένας ζωγράφος, αφού η τέχνη ενώνει το προσωπικό παρόν με το παρελθόν, το τώρα με την αφετηρία. Έτσι λειτουργεί και στην δικιά μου ζωγραφική νομίζω, οι ρίζες δεν επιστρέφουν απαραίτητα σαν εικόνες αναγνωρίσιμες, μπορεί όμως να επιστρέφουν σαν φως, σαν χρώμα, σαν αίσθηση μιας μνήμης που έχω κρατήσει μέσα μου.
Αυτό πιστεύω ότι είναι το πιο ενδιαφέρον σε αυτή την διαδικασία, η μνήμη δεν επανέρχεται απαραίτητα σαν κάτι ξεκάθαρο αλλά με τα χρόνια αναμιγνύεται με το παρόν, μεταμορφώνεται και δημιουργεί καινούργιες εικόνες. Έτσι τα τοπία στην ζωγραφική μου, φυσικά ή αστικά, δεν είναι μόνο αυτά που έχω δει αλλά και αυτά που έχουν μείνει μέσα μου σαν θολή μνήμη και συνεχίζουν να αλλάζουν. Μια θάλασσα, ένα χωράφι, ένα αλώνι, ένα γαϊδουράκι, μια κατσίκα, ένας δρόμος, αλλά και εικόνες από την πόλη, έρχονται από το χθες μέσα στο μυαλό μου και συνεχίζουν το ταξίδι της στο σήμερα μέσα από την ζωγραφική μου.
Στο «Λαμπρό τοπίο του χρώματος» αφαιρείτε σχεδόν ολοκληρωτικά την ανθρώπινη παρουσία. Τι συμβαίνει με έναν τόπο όταν ο άνθρωπος φεύγει από το κάδρο; Τι απομένει;
Στην τελευταία μου έκθεση «Λαμπρό τοπίο του χρώματος» που έγινε στην γκαλερί Κουρντ σε επιμέλεια της Ελένης Βαροπούλου, πράγματι η ανθρώπινη φιγούρα απουσιάζει. Μπορώ να πω όμως ότι στα περισσότερα έργα υπονοείται με στοιχεία όπως μια νταλίκα, ένα ποτιστικό, μια ταμπέλα, ένα σήμα, έναν ασφαλτοστρωμένο δρόμο. Νομίζω ότι στόχος μου δεν είναι τόσο να δείξω την απουσία του ανθρώπου όσο το να αφήσω το τοπίο να υπάρξει από μόνο του, με κάποιους υπαινιγμούς της ανθρώπινης παρουσίας, ελεύθερο και ανοιχτό στο βλέμμα το δικό μου αλλά και του θεατή.
Στους τόπους αυτούς η απουσία του ανθρώπου λειτουργεί ανακουφιστικά για την φύση, αυτή απομένει στην αρχετυπική της διάσταση, απαλλαγμένη από την ανθρωπινή αφήγηση. Η ανθρωπινή απουσία δεν είναι απώλεια, αλλά απελευθέρωση. Ο θεατής μπορεί να μπει μέσα στο έργο και να φτιάξει την δικιά του ιστορία. Έτσι πιστεύω πως λειτούργει και η έννοια της ρίζας, απελευθερωτικά όχι δεσμευτικά, σαν κάτι που μας επιτρέπει να μετακινηθούμε και να δημιουργήσουμε νέους τόπους κυριολεκτικά αλλά και μέσα μας.
Το χρώμα στα έργα σας δεν περιγράφει απλώς τη φύση, αλλά φαίνεται να δημιουργεί το ίδιο τον τόπο. Είναι για εσάς το χρώμα ένας τρόπος μνήμης -κάτι που μπορεί να μας επιστρέψει σε μια αίσθηση ή σε έναν τόπο χωρίς να τον αναπαριστά πιστά;
Παρατηρώ το φυσικό και αστικό τοπίο, η εμπειρία μου από αυτή την παρατήρηση είναι πολύ συχνά η αφετηρία για τα έργα μου. Το χαρακτηριστικό στο χρώμα του ελληνικού τοπίου είναι ότι έχει μια ιδιαίτερη καθαρότητα, είναι πλακάτο όπως λέμε στην ζωγραφική. Το ελληνικό φως κάνει πολλές φορές τα χρώματα να εμφανίζονται επίπεδα, καθαρά και συμπαγή. Το κοβάλτιο του ουρανού και της θάλασσας, το λευκό, η ώχρα, τα πράσινα της βλάστησης, τα χρώματα της γης δεν χρειάζονται πολλές διαβαθμίσεις για να δημιουργήσουν χώρο. Το ελληνικό φως βρίσκεται σε αντίθεση με το ευρωπαϊκό ιμπρεσσιονιστικό χρώμα στη ζωγραφική, που χαρακτηρίζεται από διαβαθμίσεις, ημιτόνια και λεπτές μεταβάσεις λόγω του διαφορετικού κλίματος των χωρών αυτών, πολλή υγρασία, λιγότερο ηλιοφάνεια, μαλακό φως. Αυτή η καθαρότητα του χρώματος του ελληνικού τοπίου είναι σίγουρα μια ρίζα μου και με έχει επηρεάσει πολύ στη ζωγραφική μου αφού τα χρώματα μου είναι κατά βάση πλακάτα.
Στη συνέχεια είναι αλήθεια ότι το χρώμα στα έργα μου μετατρέπεται σε ένα προσωπικό βίωμα χωρία να αναπαριστά πίστα έναν τόπο. Μελετώντας τα έργα μεγάλων ζωγράφων, όπως του Morandi όπου οι λεπτές χρωματικές σχέσεις εμπεριέχουν την σιωπή ή του Rothko όπου το χρώμα δημιουργεί έναν φιλοσοφικό χώρο, βρίσκω τις προσωπικές μου ρίζες στην ιστορία της τέχνης. Η ρίζα δεν είναι μόνο κάτι γεωγραφικό αλλά και κάτι πνευματικό, συνδέομαι με τους καλλιτέχνες που με έχουν επηρεάσει σαν να είναι κομμάτια της προσωπικής μου ιστορίας.
Έχετε περάσει από τη ζωγραφική, τη φωτογραφία, το θέατρο και τη φιλολογία. Ποιες από αυτές τις διαφορετικές διαδρομές αισθάνεστε σήμερα ως «ρίζες» της εικαστικής σας γλώσσας και με ποιον τρόπο συναντιούνται πάνω στον καμβά;
Όταν πέρασα στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών και μπήκα στο εργαστήριο του καθηγητή Τάσου Χριστάκη συζητήσαμε για την προηγούμενη διαδρομή μου, το θέατρο. Μου είχε πει τότε κάτι που πάντα θυμάμαι και όσο περνάνε τα χρόνια επιβεβαιώνεται, ότι «τώρα αλλάζει το μέσο σου αλλά το ζητούμενο παραμένει το ίδιο». Οι ρίζες της τέχνης νομίζω βρίσκονται στην αναζήτηση της κατανόησης του κόσμου, του ορατού και του υπαινικτικού. Αυτό ήταν κάτι που με απασχολούσε πάντα, από μικρή διάβαζα λογοτεχνία και ποίηση, αγαπούσα το Θέατρο, την τέχνη γενικά. Σε αυτό συντέλεσαν σίγουρα οι γονείς μου, οι όποιοι χωρίς να είναι καλλιτέχνες οι ίδιοι, εκτιμούσαν πολύ την τέχνη και μας έφεραν σε επαφή με αυτήν.
Όλη αυτή η διαδρομή με φέρνει στη σήμερα. Ό,τι φτιάχνω είναι αποτέλεσμα αυτής της πορείας. Ο τρόπος που βλέπω τα πράγματα, που τα περνάω στον καμβά, η σύνθεση, το σχέδιο, το χρώμα, η αίσθηση του χώρου και της εικόνας έχουν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, επηρεαστεί από όλα αυτά που προηγήθηκαν.
Αν οι ρίζες δεν είναι μόνο ό,τι αφήσαμε πίσω αλλά και ό,τι μας επιτρέπει να προχωρήσουμε, τι θα λέγατε ότι παραμένει σταθερό στον πυρήνα της ζωγραφικής σας από τα πρώτα σας έργα μέχρι το σημερινό «Λαμπρό τοπίο του χρώματος»;
Η μνήμη της ρίζας, τα παιδικά χρόνια, η γιαγιά μου που ζωγράφιζε και κένταγε με απαράμιλλη δεξιοτεχνία, όλα τα καλοκαίρια στην φύση, πολλές μνήμες από την πόλη, αλλά και όλα αυτά που διάβασα και θαύμασα μεγαλώνοντας, είναι πράγματα που κουβαλάω μέσα μου και ενώ χρονικά ανήκουν στο παρελθόν, στην ουσία δεν είναι κάτι που έχει τελειώσει. Είναι η αφετηρία που μου δίνει ώθηση στο να συνεχίσω.
Ίσως γι’ αυτό και η έννοια της ρίζας δεν σημαίνει για μένα ακινησία. Αντίθετα, είναι αυτό που με κρατά και ταυτόχρονα μου επιτρέπει να προχωρήσω. Η ζωγραφική μου σήμερα, στο «Λαμπρό τοπίο του χρώματος», συνομιλεί με όλα αυτά που προηγήθηκαν, αλλά δεν επιστρέφει σε αυτά μονοδιάστατα. Τα μεταφέρει στο παρόν, μέσα από τη δική μου σημερινή ματιά. Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο σταθερό στοιχείο: η προσπάθεια να μετατρέπω τη μνήμη σε κάτι ζωντανό, σε μια νέα εικόνα που δεν κοιτά μόνο πίσω, αλλά ανοίγεται προς τα εμπρός.
Φωτογραφία ανοίγματος: Studio Panoulis
Ανακάλυψε και άλλες Ρίζες...








