Το Μουσείο Γουναρόπουλου δεν είναι μόνο ο χώρος όπου εκτίθενται τα έργα του σπουδαίου ζωγράφου. Είναι το σπίτι όπου έζησε, δημιούργησε, άκουσε μουσική, δέχτηκε φίλους και άφησε πίσω του έναν κόσμο που εξακολουθεί να συνομιλεί με κάθε επισκέπτη.
Υπάρχουν χώροι που διατηρούν τη μνήμη τους σχεδόν ανέπαφη. Το Μουσείο Γουναρόπουλου είναι ένας από αυτούς. Δεν πρόκειται μόνο για έναν εκθεσιακό χώρο, αλλά για το σπίτι όπου έζησε και εργάστηκε ο ζωγράφος, έναν τόπο που εξακολουθεί να μεταφέρει την ατμόσφαιρα της δημιουργίας του.
Για τον χώρο όπου δημιούργησε ο σημαντικός Έλληνας Ζωγράφος Γιώργος Γουανρόπουλος μας μίλησε η Διονυσία Γιακουμή, δρ Ιστορίας της Τέχνης και Επιμελήτρια.
Συνέντευξη στη Βίκυ Διαμάντη
Ποια είναι η μεγαλύτερη παρεξήγηση για το Μουσείο Γουναρόπουλου;
«Δεν ξέρω αν υπάρχει πραγματικά κάποια παρεξήγηση, αλλά πολλές φορές, επειδή έχει το όνομα ενός καλλιτέχνη, αρκετοί θεωρούν ότι είναι ιδιωτικό. Ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη. Στην πραγματικότητα, όμως, το μουσείο είναι δημόσιο. Το κτίριο και η συλλογή δωρήθηκαν από τον γιο του ζωγράφου στον Δήμο Ζωγράφου και αποτελεί νομικό πρόσωπο δικαίου του Δήμου».
Είναι περισσότερο μουσείο, σπίτι, εργαστήρι ή τόπος μνήμης;
«Είναι όλα αυτά μαζί. Ήταν το σπίτι όπου έζησε ο ζωγράφος με τη σύζυγό του και τον γιο τους, τον Ηλία. Ήταν το εργαστήριό του, όπου δημιουργούσε, δεχόταν τους πελάτες του αλλά και τους φίλους του. Και φυσικά όλα αυτά κουβαλούν πάρα πολλές μνήμες.
Ήταν ένα ζωντανό σπίτι, ένα σπίτι της γειτονιάς, μέσα σε μια λαϊκή συνοικία. Υπάρχουν οι αναμνήσεις του δρόμου, οι φωνές των παιδιών, όσα συνέβαιναν γύρω του εκείνα τα χρόνια. Υπάρχουν όμως και οι μνήμες από τα έργα του, αλλά και από τη μουσική της συζύγου του, η οποία ήταν μουσικός και μουσικοσυνθέτρια. Εδώ έπαιζε μουσική, εδώ συνέθετε, ενώ το έργο της μελετάται σήμερα από εξειδικευμένους μουσικολόγους στη Βιβλιοθήκη Lilian Voudouri του Μεγάρου Μουσικής και στο Τμήμα Μουσικολογίας του ΕΚΠΑ».
Η ζωή δεν χωρά μέσα σε μία οθόνη
Στην εποχή της ψηφιακής εικόνας, όπου όλα μοιάζουν προσβάσιμα με ένα κλικ, αναρωτιόμαστε τι είναι εκείνο που εξακολουθεί να κάνει αναντικατάστατη την εμπειρία της συνάντησης με το αυθεντικό έργο τέχνης.
Τι δεν θα καταλάβαινε κάποιος βλέποντας έναν πίνακα του Γουναρόπουλου στο διαδίκτυο;
«Το έργο του Γουναρόπουλου είναι πολύ δύσκολο να αναπαραχθεί, γιατί διαθέτει πάρα πολλά επίπεδα χρώματος και φωτός. Η σύγχρονη ψηφιακή φωτογραφία αποδίδει σήμερα αρκετά καλά τις εικόνες, όμως ποτέ δεν μπορεί να αντικαταστήσει την εμπειρία του αυθεντικού έργου.
Θα σας πω μόνο ότι όσο ζούσε, ο ίδιος ο ζωγράφος δεν επέτρεπε να αναπαράγονται οι ελαιογραφίες του. Έδινε μόνο σχέδια για δημοσίευση, γιατί γνώριζε πως η αναπαραγωγή αλλοίωνε το έργο του και δεν μπορούσε να αποδώσει το πραγματικό του περιεχόμενο. Γι' αυτό και προτιμούσε να μη φωτογραφίζονται οι ελαιογραφίες του. Το έργο του πρέπει να το δεις από κοντά για να το βιώσεις πραγματικά».
Ποιο έργο του χρειάζεται μια δεύτερη ματιά για να το κατανοήσει κανείς;
«Όλα. Και όχι μόνο δεύτερη. Τα έργα του Γουναρόπουλου χρειάζονται χρόνο. Θα μπορούσε κάποιος να έρθει εδώ και να αφιερώσει μία ολόκληρη επίσκεψη σε ένα ή δύο μόνο έργα.
Όσο περισσότερο τα κοιτάζουμε τόσο περισσότερα πράγματα ανακαλύπτουμε. Και αυτά που βλέπουμε αντανακλούν κάτι από τον ίδιο μας τον εαυτό. Η ζωγραφική του συνδέεται με τους συνειρμούς και το υποσυνείδητο, καθώς ήταν επηρεασμένος από τις θεωρίες του σουρεαλισμού. Κάθε φορά αποκαλύπτονται καινούργια στοιχεία, που πολλές φορές έχουν να μας πουν κάτι και για εμάς τους ίδιους».
Εκεί όπου το φως γίνεται μουσική
Η περιήγηση στο σπίτι οδηγεί φυσικά στο εργαστήριο. Εκεί όπου γεννήθηκαν οι πίνακες, ο χώρος μοιάζει να διατηρεί ακόμη τον ρυθμό της δημιουργίας.
Πόσο αλλάζει η εμπειρία όταν βλέπουμε τα έργα μέσα στο σπίτι όπου δημιουργήθηκαν;
«Όταν βρισκόμαστε στο σπίτι και στο εργαστήριο ενός ζωγράφου, δεχόμαστε αναπόφευκτα κάτι από την ενέργεια που υπήρχε όταν εργαζόταν εκεί. Βλέπουμε τα αντικείμενά του, τον τρόπο που είχε οργανώσει τον χώρο του, πού και πώς δημιουργούσε.
Σε ένα μεγάλο μουσείο μπορούμε να δούμε τα έργα του δίπλα σε έργα άλλων ζωγράφων. Εδώ, όμως, μπορούμε να εστιάσουμε αποκλειστικά στη δική του διαδρομή και να γνωρίσουμε περισσότερες όψεις της δημιουργίας του. Ίσως σε μια πινακοθήκη να βλέπαμε ένα ή δύο έργα. Εδώ μπορούμε να αποκτήσουμε μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα.
Γιατί το έργο του Γουναρόπουλου βιώνεται. Δεν ερχόμαστε απλώς να το δούμε. Ερχόμαστε να επικοινωνήσουμε μαζί του και να ανακαλύψουμε, ένα-ένα, τα επίπεδα που κρύβει».
Στους πίνακές του, το φως μοιάζει να κυματίζει, σαν να έχει μια μουσική αρμονία.
Ο φεγγίτης τι ρόλο έπαιξε στη ζωγραφική του;
«Ο φωτισμός του εργαστηρίου ερχόταν από τον βόρειο φεγγίτη. Έτσι εξασφαλιζόταν ένας ουδέτερος φωτισμός, χωρίς να μπαίνουν ποτέ οι ακτίνες του ήλιου μέσα στον χώρο.
Στη ζωγραφική του, όμως, το φως είναι εσωτερικό και συμβολικό. Δεν υπάρχει απλώς για να φωτίσει ένα πρόσωπο ή ένα αντικείμενο. Προσδίδει κάθε φορά μια διαφορετική έννοια. Παράλληλα λειτουργεί και μελωδικά. Αν παρατηρήσει κανείς τους πίνακές του, το φως μοιάζει να κυματίζει, σαν να έχει μια μουσική αρμονία. Πιθανότατα αυτό συνδέεται με τη βαθιά αγάπη του για τη μουσική, αλλά και με το γεγονός ότι ζούσε καθημερινά δίπλα σε μια μουσικό».
Μια συνάντηση που συνεχίζεται μετά την έξοδο
Στο τέλος της διαδρομής, η αίσθηση που μένει δεν είναι ότι επισκέφθηκες ένα μουσείο. Είναι ότι βρέθηκες για λίγο στον προσωπικό κόσμο ενός δημιουργού.
Τι παίρνει μαζί του ο επισκέπτης φεύγοντας από εδώ;
«Συνήθως οι επισκέπτες αγαπούν το γεγονός ότι ο χώρος είναι μικρός και προσωπικός. Έτσι βιώνουν μια πιο άμεση σχέση με το έργο του ζωγράφου αλλά και με τον ίδιο. Παρότι δεν τον γνώρισαν ποτέ, αισθάνονται σαν να τον έχουν επισκεφθεί.
Αυτό που μένει τελικά είναι η προσωπική τους επικοινωνία με τη ζωγραφική του. Είναι περισσότερο μια εσωτερική διαδικασία. Δεν πρόκειται για έναν χώρο όπου ο επισκέπτης θα δεχτεί πολλές πληροφορίες. Οι πληροφορίες υπάρχουν, αν τις αναζητήσει. Το σημαντικότερο όμως είναι το βίωμα.
Επαφή όχι μόνο με το έργο του Γουναρόπουλου, αλλά και με κάτι βαθιά προσωπικό μέσα του.








