Από τα λαϊκά τραγούδια των νυχτερινών κέντρων και τις εκρηκτικές μεταμορφώσεις της σε Ζωζώ Σαπουντζάκη, Έιμι Γουάινχαουζ και Κοντσίτα, μέχρι τον πρωταγωνιστικό ρόλο στη Στρέλλα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, η Λέττα Κάππα έχει διανύσει μια διαδρομή γεμάτη χρώματα, αντιθέσεις και ανατροπές.
Συνέντευξη στη Βίκυ Διαμάντη
Μια διαδρομή στην οποία η σκηνή δεν υπήρξε απλώς χώρος έκφρασης, αλλά και ένας τόπος διαρκούς ανακάλυψης του εαυτού της.
Η Λέττα Κάππα δεν κρύβει τους φόβους, τις ανασφάλειες και τις εσωτερικές συγκρούσεις που συνόδευσαν αυτή την πορεία. Μιλά για τη στιγμή που η επιτυχία την τρόμαξε περισσότερο απ’ όσο τη χαροποίησε, για τη συγκίνηση όταν συνειδητοποίησε τι σήμαινε η Στρέλλα για ανθρώπους που αναζητούσαν τη δική τους ορατότητα, αλλά και για εκείνη τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στον άνθρωπο και την περσόνα. Γιατί, όπως λέει, όταν ανεβαίνει στη σκηνή αλλάζει ταυτότητα. Και ίσως εκεί να βρίσκεται η μεγαλύτερη γοητεία του θεάτρου: στην ελευθερία να γίνεσαι, έστω για λίγο, κάποιος άλλος.
Αν βάζαμε δίπλα δίπλα την πρώτη σου εμφάνιση στο Strella’s Home και την πρεμιέρα της Στρέλλας στην Εθνική Λυρική Σκηνή, τι θα βλέπαμε να έχει αλλάξει;
Δεν υπάρχει μέτρο σύγκρισης. Είναι η μέρα με τη νύχτα. Η πρώτη Στρέλλα, στο Strella’s Home στο Μικρασία, ήταν κάτι που αναζητούσα και προσπαθούσα να δημιουργήσω με πολλή προσωπική δουλειά. Υπήρχε, βέβαια, πάντα ανασφάλεια.
Η Στρέλλα της Λυρικής έφερε ανάμεικτα συναισθήματα. Όταν μου ανακοίνωσαν ότι πήρα τον ρόλο, δεν χάρηκα αμέσως. Πάγωσα και φοβήθηκα. Ένας συνεργάτης μου με ρώτησε: «Δεν χαίρεσαι; Πέντε άνθρωποι εδώ σου ανακοίνωσαν ότι πήρες τον πρωταγωνιστικό ρόλο». Κι εγώ δεν μπορούσα να χαρώ. Ένιωθα την ευθύνη.
Δεν είμαι λυρική τραγουδίστρια και με φόβιζε το άγνωστο. Με καθησύχασαν, όμως, λέγοντάς μου: «Μην ανησυχείς. Έχουμε δει κάτι σε σένα, ξέρουμε τι κάνουμε». Υπήρχαν άνθρωποι γύρω μου που μου έλεγαν να προχωρήσω. Αυτό εμπιστεύτηκα και έτσι πορεύτηκα, μέρα με τη μέρα.
Στις πρώτες σου παραστάσεις συναντούσαμε την Έιμι Γουάινχαουζ και τη Ζουζού Σαπουντζάκη. Τι σε γοήτευε σε αυτές τις προσωπικότητες;
Ήταν ένα παιχνίδι που επινοήσαμε με τον Δημήτρη Αποστολόπουλο. Βάλαμε δίπλα-δίπλα δύο εντελώς διαφορετικές περσόνες: την Έιμι Γουάινχαουζ και τη Ζωζώ Σαπουντζάκη. Στο ίδιο πνεύμα υπήρχε και η αντίθεση Άντζελα Δημητρίου – Κοντσίτα. Στη σκηνή γινόμουν Κοντσίτα και, όταν γύριζα προς το καμαρίνι, μιλούσα ως Άντζελα. Αυτό ήταν το παιχνίδι.
Με γοήτευε ο δυναμισμός τους. Η Ζωζώ Σαπουντζάκη και η Άντζελα Δημητρίου είχαν τσαγανό και ισχυρή παρουσία. Η Έιμι ήταν βέβαια σπουδαία φωνή, ενώ και η Κοντσίτα είχε τη δυναμική που χρειαζόταν για να κάνει κάτι τόσο ανατρεπτικό.
Ξεκίνησες από τα νυχτερινά κέντρα και τραγουδούσες λαϊκά;
Ναι, τότε εμφανιζόμουν ως αγόρι και τραγουδούσα λαϊκά.
Έχεις ασχοληθεί και με τη ζωγραφική. Κουβαλάς στη σκηνή την αισθητική και τα χρώματα που αγαπάς;
Το χρώμα υπάρχει πάντα στην καθημερινότητά μου. Έχω ασχοληθεί με τη γραφιστική και έχω μάθει να σκέφτομαι με χρωματικές παλέτες. Η ζωή μου είναι γεμάτη χρώμα. Δεν είμαι άνθρωπος του άσπρου και του μαύρου, παρόλο που αγαπώ και τα δύο. Είναι βασικά χρώματα, δίπλα στα οποία μπορείς να τοποθετήσεις όλα τα υπόλοιπα. Οι παλέτες είναι πάντα στο μυαλό μου και συχνά επιλέγω τα χρώματα σχεδόν μηχανικά, ανάλογα με την εμφάνιση.
Η Στρέλλα έχει και έναν ισχυρό συμβολισμό για την ορατότητα της τρανς κοινότητας. Πώς βίωσες την πρεμιέρα, γνωρίζοντας ότι το κοινό μπορεί να έβλεπε πάνω σου κάτι μεγαλύτερο από τον ρόλο;
Στην αρχή αυτό με σόκαρε, γιατί δεν το είχα συνειδητοποιήσει. Είχα τόσα πολλά στο μυαλό μου: όσα είχα μάθει και όσα έπρεπε να μάθω ακόμη για την παράσταση, τις πρόβες, τη μουσική, τη σκηνή, τη συνεργασία με τον μαέστρο και τις τεχνικές λεπτομέρειες. Δεν προλάβαινα να σκεφτώ και τον συμβολισμό.
Άρχισα να τον βιώνω στο τέλος των παραστάσεων, όταν ερχόταν ο κόσμος. Συχνά έρχονταν ομάδες ανθρώπων μαζί με τα παιδιά τους, παιδιά που ένιωθαν διαφορετικά. Με αγκάλιαζαν και μου έλεγαν «συγχαρητήρια». Στην αρχή δεν καταλάβαινα τι συνέβαινε. Δεν πίστευα ότι αυτό που έκανα ήταν τόσο σημαντικό. Τώρα αισθάνομαι πολύ περήφανη που ήμουν μέρος αυτής της εμπειρίας.
Η Στρέλλα έφερε μια τρανς ηρωίδα στην Εθνική Λυρική Σκηνή, έναν χώρο που πολλοί θεωρούσαν μακριά από τέτοιες ιστορίες. Πώς ένιωσες αυτό το βήμα;
Η ιδέα ξεκίνησε, απ’ όσο γνωρίζω, από τον συνθέτη Μιχάλη Παρασκάκη, που έγραψε το λιμπρέτο, και την Αλεξάνδρα Κ*. Το πρότειναν στη Λυρική ως σύγχρονο έργο. Ήταν ένα πολύ μεγάλο βήμα. Η παράσταση εξελίχθηκε όμορφα και την αγκάλιασε ο κόσμος. Ήμασταν sold out τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη σεζόν, κι αυτό κάτι δείχνει: ότι το κοινό ήθελε να τη δει.
Πότε «γεννήθηκε» η Λέττα;
Η Λέττα γεννήθηκε το 2013. Πάντα υπήρχε μέσα μου αυτή η πλευρά, έντονη, απλώς τότε άρχισε να εκφράζεται και να εξωτερικεύεται. Είχα μια φίλη που ήθελε να αλλάξει την εικόνα της, κι αυτό δημιουργούσε δυσκολίες. Σιγά-σιγά, όμως, άρχισα να βγαίνω με την ίδια εικόνα και έτσι ξεκίνησε η διαδρομή. Ανακάλυπτα τον εαυτό μου περισσότερο μέρα με τη μέρα.
Ήρθε φυσικά αυτή η έκφραση ή δυσκολεύτηκες στην αρχή;
Ήρθε πολύ φυσικά. Δυσκολεύτηκα αργότερα. Έπειτα από περίπου έναν χρόνο, ενώ περνούσα ωραία και μου άρεσε πολύ, ένιωσα κάποια στιγμή ότι άρχιζα να χάνω τον άλλο μου εαυτό. Είχα ανακαλύψει μια καινούργια πλευρά, αλλά φοβήθηκα μήπως χάσω εκείνη που θεωρούσα τον πραγματικό μου εαυτό.
Αυτό χρειάζεται ισορροπία και ίσως βοήθεια. Εγώ δεν πήγα σε κάποιον ειδικό, αν και μπορεί να έπρεπε. Όταν ένιωσα δυσφορία, ότι η Λέττα παραμέριζε την άλλη μου φύση, σταμάτησα για τρεις μήνες. Μόλις κατάλαβα ότι δεν ήταν παιχνίδι ή αστείο, σκέφτηκα πως έπρεπε να βρω την ισορροπία μου.
Πού βρίσκεται ο εαυτός σου όταν ανεβαίνεις στη σκηνή; Τι αφήνεις πίσω από την καθημερινότητά σου;
Είναι τελείως διαφορετικό πράγμα, και είναι μαγικό. Δεν μπορώ να το εξηγήσω εύκολα. Θα σου δώσω ένα παράδειγμα από τις πρόβες στο Μικρασία, με τον συνεργάτη μου, τον Δημήτρη. Λέω ένα τραγούδι ή τα λόγια μιας σκηνής και μου λέει: «Εσύ θα το πεις έτσι». Κι εγώ απαντώ: «Όχι, αν μου το πεις έτσι, καίγομαι. Άσε με, ξέρω πώς θα το πω». Όταν ανεβαίνω στη σκηνή, αλλάζω ταυτότητα. Γίνομαι κάτι άλλο.
Έχει τύχει να βρεθείς μπροστά σε ένα δύσκολο κοινό, είτε λόγω αρνητικής προκατάληψης είτε επειδή δεν υπήρχε επικοινωνία;
Όταν οι άνθρωποι έρχονται να δουν κάτι διαφορετικό, συνήθως θέλουν να είναι εκεί. Δεν πηγαίνει εύκολα κάποιος που είναι εξαρχής αντίθετος. Μπορεί, όμως, να μη βγει η χημεία με το κοινό. Μου έχει συμβεί και τότε προσπαθώ να το αντιμετωπίσω με χιούμορ. Είμαι σαρκαστική και συνήθως βρίσκω κάτι εκείνη τη στιγμή. Συχνά αυτό λειτουργεί.
Αφού δοκίμασες την πρόκληση της Στρέλλας, υπάρχει κάποιος ρόλος που θα ήθελες να παίξεις και θα ήταν εντελώς διαφορετικός απ’ όσα έχεις κάνει μέχρι σήμερα;
Θα ήθελα να κάνω θέατρο. Είναι η μεγάλη μου αγάπη, αυτό ήθελα πάντα. Ίσως υπάρχει μέσα μου ένα μικρό ταλέντο. Δεν σημαίνει ότι τα όνειρα είναι μόνο για όσους έχουν σπουδάσει. Όλοι ονειρευόμαστε κάτι.
Θα έκανες κάτι ανατρεπτικό, για παράδειγμα να υποδυθείς έναν συντηρητικό άνδρα;
Θα μπορούσα να υποδυθώ έναν συντηρητικό άντρα. Το θέατρο είναι αυτό: να κάνεις κάτι που δεν είσαι. Αν παίξεις μόνο ρόλους που είναι ήδη γραμμένοι πάνω σου, παίζεις ουσιαστικά τον εαυτό σου. Το δύσκολο και ενδιαφέρον είναι να γίνεις κάτι άλλο.
Αν μπορούσες να επιστρέψεις σε μία στιγμή σου πάνω στη σκηνή, ποια θα διάλεγες;
Μια πολύ έντονη στιγμή στη Στρέλλα της Λυρικής, όταν πεθαίνει η Μαίρη και φεύγει ο χορός. Εκείνη μένει μόνη, πάνω από το σώμα της Μαίρης. Ο Γιώργος είχε στήσει μια υπέροχη σκηνή, με εξαιρετικά φώτα. Βουρκώνω και κλαίω κανονικά. Μετά πρέπει να μπω στην επόμενη σκηνή χαρούμενη, χωρίς να φαίνεται ότι έχω κλάψει.
Θυμάσαι κάποια παλιότερη στιγμή που σε γέμισε καλλιτεχνικά;
Ναι, όταν ήμουν 16 ετών, στη Β΄ Λυκείου. Στο σχολείο ανεβάσαμε την Αντιγόνη και έπαιξα τον φύλακα και τον άγγελο. Είχα έναν μονόλογο, όπου ο φύλακας αφηγείται όσα έχουν συμβεί. Η ένταση και το πάθος εκείνης της στιγμής ήταν πολύ δυνατά. Όταν τελείωνα, έτρεμα και χρειαζόμουν τουλάχιστον μία ώρα για να συνέλθω.
Πώς ήταν η πρώτη φορά που βγήκες στη σκηνή ως γυναίκα;
Δεν ήταν τραυματική ούτε ένιωσα μεγάλη ανασφάλεια. Είχα ήδη εξοικειωθεί με τη μεταμόρφωση στη ζωή μου. Στο σπίτι, για παράδειγμα, οι γονείς μου μπορεί να έπαιζαν χαρτιά στο σαλόνι κι εγώ να ετοιμαζόμουν στο μπάνιο και να έβγαινα ως Ζωζώ Σαπουντζάκη. Υπήρχε ήδη μια σχέση με όλο αυτό. Δεν μεταμορφώθηκα ξαφνικά και βγήκα μπροστά σε αγνώστους χωρίς να ξέρω τι θα συμβεί.
Νομίζω ότι υπήρχε και κάτι οικογενειακό σε αυτό. Θυμάμαι τον παππού μου στα γλέντια να σηκώνεται από το τραπέζι, να πηγαίνει σπίτι και να επιστρέφει για να ξεσηκώσει όλη τη γειτονιά. Ήταν σόουμαν.
Τι ετοιμάζεις αυτή την περίοδο; Θα σε δούμε σύντομα σε κάποια σκηνή;
Γίνονται κάποιες συγκεκριμένες συζητήσεις, αλλά δεν θέλω να επεκταθώ ακόμη. Θέλω να προχωρήσει το πρότζεκτ και να δω κι εγώ πώς θα εξελιχθεί. Θα το μάθετε όταν έρθει η ώρα.
Στις 23 Οκτωβρίου έχω ένα live στο μαγαζί του Δημήτρη Αϊβαλιώτη, στην οδό Μάγερ, μαζί με τη Ευφροσύνη. Θα κάνουμε τζαζ, μπλουζ, καμπαρέ, σουίνγκ, ελληνικό και ξένο τραγούδι, σε αγγλικό, γαλλικό και ισπανικό στίχο. Είναι μια πολύ ωραία επιλογή τραγουδιών.
Την 1η Νοεμβρίου θα είμαι στο Micraasia, σε μια επετειακή βραδιά με συνεργάτες από όλη τη διαδρομή του Δημήτρη. Επειδή έχω συνεργαστεί μαζί του πολλά χρόνια, θα κάνω τρία νούμερα. Το ένα θα είναι μια εμφάνιση ως Κινέζα, με το τραγούδι «Έρχομαι από το Πεκίνο». Το είχαμε παρουσιάσει λίγο πριν ξεκινήσει η πανδημία, όταν ο κορωνοϊός ήταν ακόμη μόνο στην Κίνα. Τότε το αντιμετωπίζαμε ως κωμικό νούμερο. Όταν ξέσπασε η πανδημία, ένιωσα άσχημα, γιατί δεν ξέραμε τι θα ακολουθούσε. Θα κάνουμε επίσης κάτι από τη Στρέλλα, αφού τα γυρίσματα της ταινίας έγιναν στο Micraasia και ο χώρος είναι συνδεδεμένος μαζί της.
Συζητάω και άλλα πράγματα, αλλά όλα εν καιρώ...






