ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΥΚΙΑΡΔΟΠΟΥΛΟΣ: «Η ΣΚΗΝΗ ΕΙΝΑΙ Ο ΤΡΟΠΟΣ ΜΟΥ ΝΑ ΕΚΦΡΑΖΟΜΑΙ, ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΕΚΤΙΘΕΜΑΙ»


Βρίσκεται πίσω από μερικές από τις πιο φιλόδοξες θεατρικές παραγωγές των τελευταίων χρόνων, αλλά ο ίδιος προτιμά να παραμένει μακριά από τα φώτα της σκηνής. 

Συνέντευξη στη Βίκυ Διαμάντη

Για τον Γιώργο Λυκιαρδόπουλο, τον άνθρωπο πίσω από την εταιρεία παραγωγής Λυκόφως, το θέατρο είναι μια διαρκής άσκηση ισορροπίας ανάμεσα στην τέχνη και την επιχειρηματικότητα, στο προσωπικό όραμα και την εμπορική επιτυχία, στο ρίσκο και τη δικαίωση.

Από τον μονόλογο της «Κατερίνας», που ξεκίνησε σχεδόν σαν πείραμα σε μια ασυνήθιστη νυχτερινή ώρα, μέχρι τη μεγαλειώδη «Νόρμα» στο Ηρώδειο, έχει μάθει να εμπιστεύεται το ένστικτό του, ακόμη κι όταν οι αριθμοί δεν το δικαιολογούν. Στη συζήτησή μας μιλά για τη γενιά του TikTok που αλλάζει τους κανόνες του θεατρικού παιχνιδιού, για την υπερπροσφορά παραστάσεων που απειλεί τη βιωσιμότητα του χώρου και για την ανάγκη να συνεχίσει το θέατρο να συνομιλεί με την εποχή του. Και αποκαλύπτει κάτι απροσδόκητο: ενώ έχει αφιερώσει τη ζωή του στη σκηνή, εξακολουθεί να τη φοβάται. Ίσως γιατί η δική του θέση ήταν πάντα ένα βήμα πίσω από την αυλαία, εκεί όπου γεννιούνται οι παραστάσεις προτού συναντήσουν το κοινό τους.

       Κατερίνα Ευαγγελάτου, Ιππόλυτος

Η παραγωγή είναι μια τεχνοκρατική εργασία ή, μέσα στον χώρο της τέχνης, αποκτά και καλλιτεχνική διάσταση;

Νομίζω ότι, για να γίνει σωστά, πρέπει να είναι ένας συνδυασμός και των δύο. Αυτό που παρατηρώ, ωστόσο, τον τελευταίο καιρό, επειδή εγώ τείνω περισσότερο προς την καλλιτεχνική πλευρά, είναι ότι όταν λειτουργείς πιο τεχνοκρατικά μπορεί να έχεις καλύτερο οικονομικό αποτέλεσμα, όχι όμως απαραίτητα και ποιοτικό.

Επειδή έχω ένα προσωπικό γούστο, μια συγκεκριμένη αισθητική που θέλω να υπάρχει στις παραγωγές μου, πολλές φορές κάνω επιλογές που μου αρέσουν ως αποτέλεσμα, αρέσουν και στον κόσμο, αλλά δεν έχουν απαραίτητα την καλύτερη οικονομική απόδοση.

Από την άλλη, όλα αυτά τα χρόνια αισθάνομαι καλά με τις επιλογές μου. Ανεξάρτητα από το αν πήγαν καλά ή όχι, ήταν πράγματα που πραγματικά ήθελα να κάνω και τα στήριξα.

Ξεκίνησες από τον κινηματογράφο και πέρασες στη θεατρική σκηνή και στις συναυλίες. Τι ήταν αυτό που σε κέρδισε στο ζωντανό θέαμα;

Ο κινηματογράφος πάντα μου άρεσε και εξακολουθεί να μου αρέσει. Όταν όμως έκανα κινηματογραφικές παραγωγές στην Αθήνα, πριν από περίπου είκοσι χρόνια, τα πράγματα ήταν πολύ πιο δύσκολα. Η χρηματοδότηση και η προετοιμασία μιας ταινίας απαιτούσαν, και εξακολουθούν να απαιτούν, πάρα πολύ χρόνο. Έτσι χάνεται η αμεσότητα που έχει το θέατρο.

Το θέατρο είναι ζωντανό, κι αυτό είναι υπέροχο. Βέβαια, δημιουργεί και πολύ περισσότερο άγχος, γιατί μπορούν να συμβούν τα πάντα. Όταν έχεις μια παράσταση που παίζεται κάθε βράδυ επί πέντε μήνες, βλέπεις απίστευτα πράγματα! Από την άλλη, υπάρχει η αμεσότητα της υλοποίησης, κι αυτό μου αρέσει. Είμαι, με έναν τρόπο, και λίγο ανυπόμονος.

Στον κινηματογράφο μπορεί να περιμένεις τρία χρόνια για να κάνεις μια ταινία, να δυσκολεύεσαι να βρεις συγχρηματοδότηση, να μη φτάνουν τελικά τα χρήματα και, ακόμη κι όταν ολοκληρωθεί, να μην έχεις τα έσοδα που περίμενες. Είναι πολύ δύσκολο να στηρίξεις οικονομικά ένα ολόκληρο γραφείο με αυτόν τον τρόπο.

                                                                                                Μάκμπεθ

Τι σε κάνει να επιλέξεις μια παράσταση και να αποφασίσεις ότι πρέπει να ανέβει τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή;

Τελευταία προσπαθώ να παρακολουθώ τις τάσεις, να καταλαβαίνω τι είδους θεάματα θέλει να δει το κοινό και να κινούμαι ανάλογα στον σχεδιασμό της επόμενης χρονιάς.

Παράλληλα, όμως, κάθε χρόνο πειραματίζομαι και με παραστάσεις που είναι λίγο απρόβλεπτες. Μπορεί να μου τις προτείνουν, να τις δω κάπου ή απλώς να υπάρχει κάτι σε αυτές που με αγγίζει και να αποφασίσω να τις κάνω.

Πώς έχουν αλλάξει το θέατρο και οι θεατές τα τελευταία χρόνια; Έχει γίνει το κοινό πιο απαιτητικό;

Νομίζω ότι βρισκόμαστε σε μια περίοδο ουσιαστικής αλλαγής του ίδιου του κοινού. Το παρατηρώ ιδιαίτερα την τελευταία διετία. Το μεγαλύτερο ηλικιακά κοινό, που στήριζε για πολλά χρόνια το θέατρο και ιδιαίτερα ένα πιο κλασικό, ποιοτικό ρεπερτόριο, αρχίζει σταδιακά να απομακρύνεται.

Την ίδια στιγμή μεγαλώνει μια νέα γενιά θεατών, η οποία, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι τόσο μυημένη στο θέατρο, το βιβλίο και γενικότερα σε αυτού του είδους τις πολιτιστικές εμπειρίες. Είναι η γενιά του TikTok, των social media, της ταχύτητας. Έχει μάθει να λειτουργεί με πολύ μικρότερα διαστήματα συγκέντρωσης.

Δηλαδή θεωρείς ότι η νέα γενιά αναζητά ένα πιο γρήγορο θέαμα;

Ναι. Βλέπω ότι δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν παραστάσεις μεγάλης διάρκειας. Θέλουν να βρίσκονται στο κινητό τους. Παρατηρείς συνεχώς ανθρώπους να ανοίγουν τα κινητά τους μέσα στην παράσταση και να κοιτάζουν την οθόνη. Το έχουν συνηθίσει. Είναι ένας εθισμός. Έτσι ζούμε πλέον.

Δεν υπάρχει όμως ο κίνδυνος αυτή η συμπεριφορά να εμποδίσει το θέατρο να ανθίσει; Όταν ο θεατής βρίσκεται διαρκώς στο κινητό του, ουσιαστικά δεν παρακολουθεί την παράσταση. 

Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα. Είναι η εποχή του swiping. Κάνεις swipe, προχωράς στο επόμενο, μετά στο επόμενο. Δεν μπορείς εύκολα να συγκεντρωθείς, να καθίσεις να διαβάσεις ένα βιβλίο εκατό σελίδων. Δεν φταίνε απαραίτητα οι ίδιοι οι άνθρωποι. Έτσι εξελίσσεται η εποχή μας.

Το θέατρο, βέβαια, έχει κάτι πολύ ιδιαίτερο να προσφέρει σε αυτή τη γενιά, γιατί είναι ζωντανό. Δεν είναι μια ακόμη οθόνη. Από την άλλη, πιστεύω ότι αυτή η γενιά δεν είναι τόσο εξοικειωμένη με τη θεατρική εμπειρία. Επιπλέον, οι επιλογές της επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό απ’ όσα βλέπει στα social media. Επομένως, το κοινό αλλάζει και βρισκόμαστε σε μια μεταβατική περίοδο.

Προς ποια κατεύθυνση πιστεύεις ότι θα κινηθεί το θέατρο; Θα χρειαστεί να επανεφεύρει τον εαυτό του; Υπάρχει περίπτωση να προσαρμοστεί στις ταχύτητες του TikTok;

Δεν ξέρω. Σκέψου ότι στην Ισπανία έχουν υπάρξει παραστάσεις διάρκειας είκοσι λεπτών. Δεν πιστεύω ότι θα φτάσουμε απαραίτητα εκεί. Πάντα θα υπάρχει κοινό που ενδιαφέρεται να παρακολουθήσει κλασικά έργα. Αυτό δεν πρόκειται να εξαφανιστεί.

Σίγουρα όμως υπάρχει πλέον μεγάλο ενδιαφέρον για την κωμωδία, για πιο νεανικά θεάματα και για πρόσωπα που το κοινό γνωρίζει ήδη μέσα από τα social media. Βλέπουμε, για παράδειγμα, πόσο κόσμο μπορεί να συγκεντρώσει μια παράσταση stand-up comedy σε έναν πολύ μεγάλο χώρο. Κάτι τέτοιο παλιότερα θα ήταν πολύ δύσκολο.

Το κοινό αλλάζει και εμείς πρέπει να προσπαθήσουμε να το αφουγκραστούμε. Δεν μπορώ να πω ότι το έχω καταλάβει απόλυτα. Δοκιμάζω πράγματα και προσπαθώ να είμαι ευέλικτος. Ανήκω κι εγώ σε μια γενιά που έχει μάθει να λειτουργεί διαφορετικά. Είμαστε όμως και η γενιά που πάτησε και στις δύο βάρκες.

                                                        Νόρμα

«Όλο το θέατρο εδώ» είναι το φετινό σύνθημα της Λυκόφως. Τι σημαίνει για εσένα αυτή η φράση;

Τα τελευταία δύο χρόνια έχουμε μπει και στο παιδικό θέατρο, ενώ επανέρχομαι και σε μια αγαπημένη συνεργασία με τη Σοφία Βγενοπούλου, με την οποία είχαμε ξεκινήσει πριν από πολλά χρόνια στο Θέατρο Χώρα, με το θέατρο για νέους.

Φέτος θέλησα να καλύψουμε όσο το δυνατόν περισσότερες ανάγκες του θεατρικού κοινού. Να έχουμε παιδικό θέατρο, θέατρο για εφήβους, κωμωδία, κλασικά έργα, σύγχρονα έργα, αλλά και πολιτικό θέατρο, όπως ο «Γίγαντας» στο Θέατρο Κυκλάδων. Ήθελα να υπάρχει μια τέτοια ποικιλία, ώστε κάθε θεατής να μπορεί να βρει κάτι που τον ενδιαφέρει στις παραγωγές μας. Από αυτήν την σκέψη προέκυψε και το σύνθημα «Όλο το θέατρο εδώ».

Πέρα από την επιλογή των έργων και την οικονομική διαχείριση, ένας παραγωγός συνεργάζεται με ηθοποιούς, σκηνοθέτες και δεκάδες συντελεστές. Πώς διατηρούνται οι ισορροπίες ανάμεσα σε τόσο διαφορετικές προσωπικότητες;

Έχω παρατηρήσει ότι με τους ηθοποιούς δεν ασχολείται τελικά τόσο πολύ ο παραγωγός. Αυτό είναι και καλό και κακό. Η καθημερινή επαφή βρίσκεται κυρίως στα χέρια του σκηνοθέτη, ο οποίος δουλεύει μαζί τους, ζυμώνεται μαζί τους και προσπαθεί να δημιουργήσει την παράσταση.

Ο παραγωγός, όμως, καλείται συχνά να λειτουργήσει ως πυροσβέστης. Να λύσει προβλήματα που προκύπτουν και να διαχειριστεί τις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε ηθοποιού. Είναι τελικά ο τελευταίος αποδέκτης των προβλημάτων, αλλά και εκείνος που έχει την τελική ευθύνη.

Οι ηθοποιοί κάνουν μια δουλειά που τους εκθέτει διαρκώς. Αυτό δημιουργεί ανασφάλειες, τόσο σε σχέση με την απόδοσή τους όσο και με την αποδοχή τους από το κοινό. Επομένως, πολλές φορές χρειάζονται ιδιαίτερη διαχείριση. Όλα αυτά τα χρόνια πιστεύω ότι έχω αρχίσει να καταλαβαίνω καλύτερα τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν και προσπαθώ να διαχειρίζομαι τις καταστάσεις όσο πιο ομαλά γίνεται.

Ποια θεωρείς ότι ήταν η πιο τολμηρή σου απόφαση όλα αυτά τα χρόνια; Όχι απαραίτητα εκείνη που έφερε τα περισσότερα εισιτήρια, αλλά αυτή που ένιωσες ως προσωπικό στοίχημα και δικαίωση.

Θα σου πω δύο περιπτώσεις… Η πρώτη αφορά κάτι σχετικά μικρό, που όμως μου έδωσε τεράστια ικανοποίηση και συνέχισε να παίζεται για πολλά χρόνια. Η δεύτερη ήταν ένα πολύ μεγάλο εγχείρημα, κάτι που δεν είχα επιχειρήσει ποτέ και που, απ’ όσο γνωρίζω, δεν είχε γίνει σε αυτή την κλίμακα από ιδιώτη παραγωγό στην Ελλάδα.

Η πρώτη ήταν ο μονόλογος «Κατερίνα», με τη Λένα Παπαληγούρα, βασισμένος στο βιβλίο του Αύγουστου Κορτώ. Το έργο μού το είχε φέρει ο σκηνοθέτης Γιώργος Νανούρης, με τον οποίο είχαμε ήδη ξεκινήσει μια συνεργασία. Είχε παρουσιάσει ένα αναλόγιο του βιβλίου με τη Λένα Παπαληγούρα στον Ιανό και μου πρότεινε να το μετατρέψουμε σε παράσταση. Ήταν ένα πολύ δύσκολο βιβλίο, που αφορούσε τη μητέρα του Κορτώ, αλλά και ένα εξαιρετικά όμορφο κείμενο.

Αναρωτιόμασταν πού θα μπορούσαμε να το παρουσιάσουμε και τελικά αποφασίσαμε να το βάλουμε στις 11.30 το βράδυ, στο Θησείον. Εκείνη την εποχή δεν ήταν συνηθισμένο να παίζονται παραστάσεις τόσο αργά. Και όμως, η «Κατερίνα» έκανε τεράστια επιτυχία. Ο κόσμος γέμιζε το θέατρο και η παράσταση συνέχισε την πορεία της για πολλά χρόνια. Ήταν μια από εκείνες τις αυθόρμητες, απρόβλεπτες επιλογές που τελικά δικαιώθηκε.

Στον αντίποδα βρίσκεται η «Νόρμα» του Μπελίνι, που παρουσιάσαμε στο Ηρώδειο το 2023, με αφορμή και τα εκατό χρόνια από τη γέννηση της Μαρίας Κάλλας. Ήταν μια μεγάλη παραγωγή όπερας, κάτι που δεν είχα ξανακάνει. Η βοήθεια της Εθνικής Λυρικής Σκηνής ήταν καθοριστική. Μας παραχώρησε κοστούμια και χωρίς αυτήν την στήριξη δεν θα μπορούσα να πραγματοποιήσω το εγχείρημα.

Καταφέραμε να παρουσιάσουμε μια όπερα μεγάλης κλίμακας για δύο βραδιές, οι οποίες ευτυχώς γέμισαν. Ήταν κάτι οριακό ως προς τη δυσκολία του, αλλά μου έδωσε τεράστια ικανοποίηση το γεγονός ότι το καταφέραμε.


Ας δούμε όμως και την οικονομική βιωσιμότητα του θεάτρου... Σε μια πόλη όπου παρουσιάζονται περισσότερες από 1.200 παραστάσεις τον χρόνο, πόσο βιώσιμη μπορεί να είναι αυτή η πραγματικότητα;

Δεν είναι βιώσιμη. Και μάλιστα αυτή η κατάσταση κάνει ζημιά ακόμη και σε παραγωγές που, υπό άλλες συνθήκες, θα μπορούσαν να είναι βιώσιμες. Στην Ελλάδα παρατηρείται συχνά το ίδιο φαινόμενο: κάτι πετυχαίνει και αμέσως δημιουργούνται δεκάδες αντίστοιχες παραγωγές. Το είδαμε και με τις τηλεοπτικές σειρές. Βέβαια, ποιος μπορεί να εμποδίσει κάποιον να βρει έναν χώρο και να ανεβάσει μια παράσταση;

Ωστόσο, η υπερπροσφορά δημιουργεί τεράστιο πρόβλημα. Δεν μπορούν να ξεχωρίσουν ούτε εκείνες οι παραστάσεις που πραγματικά αξίζουν και θα μπορούσαν να έχουν μια επιτυχημένη πορεία.

Οι δημοσιογράφοι λαμβάνουν αμέτρητα δελτία Τύπου, ενώ ο θεατής βρίσκεται μπροστά σε μια τεράστια λίστα επιλογών και δεν ξέρει πού να πάει. Αυτή η κατάσταση δεν έχει κάνει καλό στο θέατρο. Πέρυσι, για παράδειγμα, δεν ήταν μια καλή χρονιά. Μετά την πανδημία δημιουργήθηκε και μια μόδα γύρω από τα sold out. Όμως ο κόσμος είδε και παραστάσεις που τον απογοήτευσαν. Και όταν ο θεατής απογοητεύεται επανειλημμένα, κάποια στιγμή αναρωτιέται αν αξίζει να ξαναπάει στο θέατρο. Επομένως, αυτή η υπερπροσφορά τελικά δεν βοηθά το ίδιο το θέατρο.

                                                                                                                    ΤΟΜ

Τι σημαίνει για εσένα η σκηνή;

Η σκηνή είναι κάτι που προσωπικά φοβάμαι πολύ. Σε ό,τι έχω κάνει στη ζωή μου, βρισκόμουν πάντα πίσω από τη σκηνή. Behind the stage. Ανεβαίνω πολύ δύσκολα πάνω της. Όπως και στον κινηματογράφο, είναι άλλο πράγμα να βρίσκεσαι πίσω από την κάμερα και άλλο μπροστά της.

Νομίζω όμως ότι μέσα από τη δουλειά μου μπορώ να εκφράζομαι μέσω της σκηνής. Όχι ως ηθοποιός, γιατί δεν θέλω να βρίσκομαι μπροστά, ούτε ως σκηνοθέτης. Μπορώ να εκφράζομαι ένα βήμα πίσω από τη σκηνή, έχοντας την ασφάλεια που μου προσφέρει αυτή η θέση.

Μπαίνω στον πειρασμό να σε ρωτήσω αν σκέφτηκες ποτέ να παίξεις σε κάποια από τις παραστάσεις που έχεις κάνει την παραγωγή.

Όχι! Μου έχουν πει διάφοροι ότι θα μπορούσα να παίξω κάποιους ρόλους, αλλά δεν μπορώ. Δεν είμαι άνθρωπος που μπορεί εύκολα να εκτεθεί. Αν κάποια στιγμή αποφάσιζα να δοκιμάσω κάτι διαφορετικό, ίσως να επιχειρούσα να σκηνοθετήσω. Αλλά να γίνω ηθοποιός; Δεν νομίζω ποτέ!

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΔΙΑΜΑΝΤΗ