Υπάρχουν έργα που όσο περνούν τα χρόνια, τόσο περισσότερο μοιάζουν να μιλούν για το παρόν.
Η «Κοινωνική Σαπίλα» του Στέλιου Τατασόπουλου -γυρισμένη το 1932- παραμένει οδυνηρά επίκαιρη: φτώχεια, ανισότητα, εκμετάλλευση, κοινωνική αδικία και αντίσταση συνθέτουν έναν κόσμο που δεν απέχει όσο θα θέλαμε από τον δικό μας.
Ο Νίκος Χατζηελευθερίου και το Guitarte Ensemble δεν επιχειρούν απλώς να «ντύσουν» μουσικά τη βωβή εικόνα. Συνομιλούν μαζί της. Την ακούνε, αφουγκράζονται τον ρυθμό και τις παύσεις της και αφήνουν τη μουσική να γίνει σχόλιο, απόηχος και γέφυρα ανάμεσα στο τότε και το τώρα.
Για εκείνον, άλλωστε, η σιωπή δεν είναι απουσία. Είναι μουσική. Είναι χώρος, προσμονή, κίνηση πριν από την κίνηση. Και ίσως γι’ αυτό η συνάντησή μας να βρήκε τόσο φυσικά τη θέση της στην «Τριγωνομετρία της Σιωπής»: εκεί όπου η μνήμη, η μουσική και η εικόνα γίνονται οι τρεις κορυφές του ίδιου τριγώνου.
Συνέντευξη στη Βίκυ Διαμάντη
Σε μια βωβή ταινία η σιωπή δεν είναι απουσία, αλλά παρουσία. Πώς «ακούσατε» εσείς την «Κοινωνική Σαπίλα» πριν αρχίσετε να την ντύνετε μουσικά;
Κοινό στοιχείο όλων των τεχνών είναι ο ρυθμός. «Ακούσαμε» την «Κοινωνική Σαπίλα» και νιώσαμε τον ρυθμό της βλέποντάς την. Πήραμε την «κίνησή» της και ο σχεδιασμός του μουσικού «ενδύματος» ήρθε εύκολα. Η αφηγηματικότητά της περιέχει πολυρρυθμία και αυτό μας άρεσε πολύ.
Δεν μας εγκλώβισε. Αντιθέτως, μπορώ να πω ότι είμαστε σε θέση να της «ράψουμε» και δεύτερο ένδυμα, αν αυτό χρειαζόταν. Εξαιρετικό «σώμα», δεκτικό σε σχήματα, χρώματα και στολίδια. Αρκεί να το σεβαστείς βέβαια, όπως πρέπει να γίνεται σε κάθε παρεμβολή σε ήδη αυθύπαρκτο έργο τέχνης. Δεν είναι δικό σου, είσαι μέρος του.
Η δε σιωπή είναι μουσική πάντα. Όπως είναι οι παύσεις σε ένα απόλυτο μουσικό έργο. Οι σύντομες χρονικά παύσεις δίνουν ώθηση στην κίνηση, οι δε ευρύτερες δίνουν χώρο για περαιτέρω διάχυση του ακουστικού ερεθίσματος.
Ένα σιωπηλό αφήγημα αναζητά τον ήχο του στη φαντασία μας, στις κινήσεις του σώματός μας και στις συσπάσεις του προσώπου μας. Είναι ένα δισκοπότηρο κοινωνίας και αναμένει τους πιστούς του να το μοιραστούν… Βούτυρο στο ψωμί της μουσικής δηλαδή...
Η μουσική σας δεν συνοδεύει απλώς την εικόνα· μοιάζει να συνομιλεί μαζί της, ακόμη και να την σχολιάζει. Πού τελειώνει ο ρόλος του μουσικού και πού αρχίζει εκείνος του αφηγητή;
Ναι. Δεν ενσωματώσαμε μουσική για το φιλμ. Δεν κάνουμε soundtrack. Προσπαθούμε το άρρητο της εικόνας να το δώσουμε με ηχητικό σχολιασμό. Προσπαθούμε να αποφύγουμε την επίρρωση. Θα ήταν λάθος. Η μουσική ως αφήγηση δεν εξηγεί τι βλέπουμε. Κάποιες στιγμές προετοιμάζει την ατμόσφαιρα που θα έρθει στα μάτια μας. Άλλες, ο ήχος γίνεται απόηχος της εικόνας για βαθύτερη αποτύπωση στη μνήμη.
Ως σχολιασμός, στοχεύει στο να φέρει τις καταστάσεις και τα νοήματα της σκηνής, στο σημερινό ηχητικό περιβάλλον, ώστε να προσληφθούν αναγωγικά στο σήμερα που όλο θέλει να αλλάξει κι όλο το ίδιο με το παρελθόν μένει…
Η «Κοινωνική Σαπίλα» γυρίστηκε το 1932, όμως τα θέματα της φτώχειας, της ανισότητας και της εκμετάλλευσης παραμένουν οδυνηρά επίκαιρα. Μπορεί η μουσική να λειτουργήσει ως γέφυρα ανάμεσα σε δύο τόσο διαφορετικές εποχές;
Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο στραφήκαμε κατά βάσιν σε «κλασσικά» θέματα και όχι επειδή είναι το… γήπεδό μας. Έχουν αυτή τη διαχρονικότητα. Η δημιουργία τους είχε ως αφετηρία πανανθρώπινες αξίες, οικουμενική βάσανο και κοσμοϊστορικά συμβάντα. Λειτουργούν ιδανικά ως γέφυρα μεταξύ εποχών και ιστορικών συνθηκών.
Στο έργο συνυπάρχουν Bach, Handel, Schoenberg, Britten, λαϊκά και παραδοσιακά μοτίβα, αλλά και αυτοσχεδιασμός. Πώς χτίζεται αυτή η φαινομενικά ετερόκλητη μουσική γλώσσα ώστε να αποκτήσει ενιαία αφήγηση;
Φαινομενικά ετερόκλητη. Ή αλλιώς πολυσυλλεκτική ως προς τα συμβατικά «είδη» της σημερινής μουσικολογικής ή και εμπορικής ορολογίας. Στην ουσία συμβαίνει μια ζωντανή σχέση με ό,τι εννοούμε ως παράδοση. Παράδοση προφορική ή και «λόγια». Η σωστή αξιοποίηση της παράδοσης είναι όταν κληρονομείς τα ερωτήματά της, για να δώσεις απαντήσεις σημερινές.
Δεν παίρνουμε π.χ. ένα θέμα του Bach για να αποδώσουμε τη μουσική του διάσταση ως ιστορικό ντοκουμέντο. Παίζουμε Bach, Handel ή Βαμβακάρη, έτσι ώστε από τον τρόπο και από τη θέση στη ροή της ταινίας να αποκαλύπτουμε την ενεστώσα λογική και την παρούσα συναίσθηση. Πιστέψτε με, οι μουσικές διαφόρων εποχών και στυλ έχουν περισσότερα κοινά στοιχεία, παρά διαχωρισμούς.
Το Guitarte Ensemble έχει συνηθίσει να διασχίζει τα σύνορα ανάμεσα στις τέχνες. Τι σας προσφέρει αυτή η συνεχής έξοδος από τα στενά όρια μιας κλασικής συναυλίας;Καταρχήν ξεφεύγουμε από την όποια μουσική ρουτίνα. Επίσης, βοηθάει σημαντικά στο να αμβλύνεις τον αφηρημένο χαρακτήρα της μουσικής. Κατόπιν τούτου, μάλιστα, επανέρχεσαι στην «απόλυτη» μουσική με σημαντικά εφόδια για την ανάγνωσή της και την ερμηνευτική απόδοση των έργων.
Υπάρχει κάποια σκηνή της ταινίας που σας δυσκόλεψε ιδιαίτερα μουσικά, γιατί νιώσατε πως κάθε νότα κινδύνευε να αλλοιώσει τη δύναμη της σιωπής της;
Όχι... Όχι κάποια σκηνή ιδιαίτερα. Αντιμετωπίσαμε τη μεγάλη σκηνή της «πτώσης» του πρωταγωνιστή, προσφεύγοντας σε μια σύνθεση καθαρά κινηματογραφική που γράφτηκε για τη συγκεκριμένη παράσταση από το μέλος μας Αντώνη Νταχλί.
Ήταν εκείνη η σκηνή που θέλαμε η μουσική να μπει μέσα στη δράση σαν να έχει γραφτεί επί της ταινίας. Ο ίδιος ο Αντώνης έχει δημιουργήσει και σημεία ψηφιακού sound design, που δένουν περίφημα με τον ήχο της κιθάρας.
Επίσης και οι πέντε επί σκηνής κιθαριστές έχουμε μέρη solo, που μας βοηθάει να αναπνέουμε «πειθαρχικά». Εκεί παίζουμε και αυτοσχεδιασμούς καθώς και δικά μας (του καθενός…) μουσικά θέματα. Στις έντονα δραματικές σκηνές, ναι, έχετε δίκιο, ήταν δύσκολο και παραμένει στοίχημα το να μην αλλοιώσουμε τη δύναμη της σιωπής. Θα δείξει… το κοινό.
Η κιθάρα είναι ένα όργανο που συχνά συνδέεται με την εξομολόγηση και την οικειότητα. Πώς μεταμορφώνεται όταν επτά κιθάρες λειτουργούν ως ένα συλλογικό σώμα;
Πρέπει να αποκτήσουν «οικειότητα» και οι 5, 6, 7 κιθαριστές μεταξύ τους. Εκείνη την οικειότητα που, όπως πολύ εύστοχα λέτε, σου δίνει θάρρος για (αλληλο)εξομολόγηση. Το να παίζεις μόνος σου στην κιθάρα απαιτητικά έργα (αυτή είναι η κυρίαρχη εικόνα του «κλασικού» κιθαρίστα) είναι πάντα κατόρθωμα.
Αυτό το γεγονός μπορεί συχνά να σε κάνει αλαζονικό απέναντι στο κοινό. Με το σύνολο πιστεύω γίνεσαι -αν θέλεις βέβαια- πιο κοινωνικός από κάθε άποψη. Κάποιοι στο Guitarte Ensemble είμαστε πάνω από είκοσι χρόνια μαζί. Παράλληλα έχουμε συχνά ανανέωση προσώπων. Αυτός ο συνδυασμός, με την ανάλογη προσπάθεια, μας κάνει πιστεύω ένα σώμα. Με μια «οικειότητα» που δεν γίνεται κάτι σαν τη… συζυγική ρουτίνα.
Η παράσταση θα παρουσιαστεί για πρώτη φορά σε ανοιχτό χώρο, στο Θέατρο Ρεματιάς. Πιστεύετε ότι το φυσικό περιβάλλον, οι ήχοι της νύχτας και η παρουσία του κοινού αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο «αναπνέει» η μουσική;
Αρχικά να πω ότι θα παίξουμε σε ένα Φεστιβάλ, αυτό της Ρεματιάς του Δήμου Χαλανδρίου - Νύχτες αλληλεγγύης, από τα σημαντικότερα και τα πλέον ιστορικά της Αθήνας. Ένα φεστιβάλ με σπουδαίο στίγμα και καλλιτεχνική άποψη. Είμαστε πολύ χαρούμενοι γι’ αυτό και ευχαριστούμε θερμά τη διοργάνωση, όπως επίσης την Ταινιοθήκη της Ελλάδος για την εμπιστοσύνη της να μας παραχωρεί την ταινία για το εγχείρημά μας.
Το φυσικό περιβάλλον, το ανοιχτό μεγάλο θέατρο, οι απρόβλεπτοι ήχοι του, είναι συχνά στοιχεία που θεωρητικά μπορεί να δυσκολέψουν τη μουσική εκτέλεση. Στην πραγματικότητα όμως οι συνθήκες του χώρου ενσωματώνονται πάντα σχεδόν αυτόματα στο αυτί και το μάτι του ακροατή. Πιστεύω επίσης ότι το κοινό του Φεστιβάλ Ρεματιάς είναι «εκπαιδευμένο» στο να παρακολουθεί συναυλίες/παραστάσεις απαιτητικής ακρόασης.
Μας απασχολεί το ρίσκο του πολλαπλάσιου κοινού (σε σχέση με μια κινηματογραφική αίθουσα), ως προς την ικανοποίησή του, οπτική και ακουστική, αλλά πιστεύω με την πολύ καλή τεχνική υποστήριξη που έχει προβλεφθεί, όλα θα πάνε σωστά, αφήνοντας το υπέροχο φυσικό περιβάλλον του Θεάτρου να συνεισφέρει σε μια μοναδική ατμόσφαιρα.
Στην εποχή της υπερπληροφόρησης και της αδιάκοπης εικόνας, τι μπορεί να μας διδάξει σήμερα μια βωβή ταινία; Είναι τελικά η σιωπή μια μορφή αντίστασης;
Η σιωπή πιστεύω ότι είναι πάντα ο χώρος προετοιμασίας της Αντίστασης. Η φλυαρία της υπερπληροφόρησης και η ανηλεής παράθεση εικόνων συντελούν στην αδράνεια. Η συγκεκριμένη βωβή ταινία (φτιαγμένη σχεδόν έναν αιώνα πριν) είναι κάτι σαν τον «εξόριστο ποιητή» του «Άξιον εστί», που μας λέει τι βλέπει στον αιώνα του/μας.
Είναι βωβή γιατί δεν μπορούσε τότε να γίνει αλλιώς. Σήμερα έρχεται ως βωβή για να μας δώσει χώρο να σκεφτούμε και να δράσουμε, τόσο σε ατομικό, κυρίως δε σε συλλογικό επίπεδο. Είναι εκπληκτική η ομοιότητά της με πρόσωπα και καταστάσεις του σήμερα! Η δε αθωότητά της (μια αρχετυπική Μαρξιστική-επαναστατική αντίληψη του Στέλιου Τατασόπουλου), είναι αφοπλιστική. Κινητοποιεί με την απλοϊκότητα και την αμεσότητά της.
Αν έπρεπε να περιγράψετε με μία μόνο εικόνα ή μία μόνο νότα αυτό που θέλετε να πάρει μαζί του ο θεατής φεύγοντας από την παράσταση, ποια θα ήταν;«Κοινωνική Σαπίλα» είναι ο τίτλος της ταινίας. Αυτό που θέλουμε να πάρει μαζί του ο θεατής είναι μια αισιόδοξη νότα. Από το 1932 (χρονιά της ταινίας) μέχρι σήμερα η κοινωνία σαπίζει, αλλά συνεχίζει να υπάρχει και να δημιουργεί αντιστάσεις. Κάτι σαν το «ποτέ δεν πεθαίνει»...
Διότι η ζωή θα νικά πάντα. Η σκηνή που οι καπνεργάτες «σηκώνουν» όρθιο τον Ντίνο Βρεσθένη (βασικό πρόσωπο της ταινίας) είναι η σκηνή που περιγράφει το παραπάνω. Με μία μόνο νότα… Όχι, δεν μπορώ να σας το περιγράψω.
Το τεύχος μας έχει τίτλο «Η τριγωνομετρία της σιωπής». Αν η σιωπή είχε τρεις κορυφές, ποιες θα ήταν για εσάς; Η μνήμη, η μουσική και η εικόνα; Ή κάτι εντελώς διαφορετικό;
Συγχαρητήρια για τον τίτλο σας! Πολύ εύστοχος! Η Τριγωνομετρία απ’ όσο θυμάμαι από τα σχολικά χρόνια, ήταν ένας κυκεώνας Μαθηματικών σχέσεων, σχεδόν μυστηριωδών, χωρίς καμία προφανή χρηστικότητα!
Έτσι είναι η σιωπή. Ερωτηματική, μυστηριώδης, μαγική, που φοβίζει όποιον έχει λόγους να φοβάται και δημιουργεί προσμονή σε όποιον περιμένει ένα στήριγμα ή μία λύση. Μας εμπνέει αυτό που λέτε, λοιπόν. Το τρίγωνο είναι ένα σχήμα που αφήνει ανοιχτά μέτωπα, που ωθεί σε συνέχεια. Η μνήμη, η μουσική και η εικόνα είναι και οι δικές μας κορυφές στη μουσική πράξη επί της σιωπής.









