Ο Νίκος Γραμματικός ξετυλίγει τη δική του διαδρομή: από τους κινηματογράφους της Σαλαμίνας και τους ανθρώπους που του άνοιξαν τον δρόμο, μέχρι τους «Απόντες», τις φιλίες, τις απώλειες και όσα εξακολουθεί να αναζητά στο σινεμά.
Συνέντευξη στη Βίκυ Διαμάντη
Όλα ξεκίνησαν από τη Σαλαμίνα... «Η ιστορία αυτή ξεκινά από πολύ μακριά. Η μάνα μου με πήγε στον κινηματογράφο 40 ημερών, μόλις ξελεχώνιασε, στη Σαλαμίνα. Εγώ γεννήθηκα στη Σαλαμίνα το 1963. Όταν μεγάλωνα, δεν είχαμε τηλεόραση στο σπίτι. Η τηλεόραση μπήκε το 1975. Πηγαίναμε λοιπόν συνέχεια σινεμά και ακούγαμε ραδιόφωνο. Κάπως έτσι ξεκίνησε η αγάπη μου για τον κινηματογράφο.
Η μάνα μου είχε μεγαλώσει στα Μανιάτικα. Την είχαν κόψει από το σχολείο και την είχαν φέρει στην Αθήνα για να δουλεύει και να βοηθά στο σπίτι. Η μοναδική της διασκέδαση ήταν να πηγαίνει με τις ξαδέρφες της στο σινεμά. Έμαθε να διαβάζει από τους υπότιτλους. Όταν γνώρισε τον πατέρα μου, δούλευε στην Πειραϊκή Πατραϊκή.
Και οι δύο αγαπούσαν το σινεμά, ο καθένας με τον δικό του τρόπο του. Η μάνα μου έβλεπε περισσότερο ιταλικές κωμωδίες, ιταλικό νεορεαλισμό και τέτοια. Ο πατέρας μου αστυνομικά, παλιά νουάρ και καουμπόικα. Οι ταινίες αυτές έφταναν στη Σαλαμίνα με μια χρονοκαθυστέρηση. Έρχονταν και κάποιες ελληνικές, αλλά όταν με πήγαινε η μάνα μου να τις δω, εγώ τσαντιζόμουν.
Η Σαλαμίνα είχε τότε επτά κινηματογράφους. Δύο ή τρεις από αυτούς ήταν τετρακοσίων πενήντα ή πεντακοσίων θέσεων. Ο κόσμος πήγαινε σινεμά. Είχα ζήσει και τις προβολές στην πλατεία, όταν ερχόταν κάποιος και έστηνε μια οθόνη και ο κόσμος έφερνε τις καρέκλες του. Μιλάμε για μια εποχή χωρίς τηλεόραση.
![]() |
| Οι Απόντες, 1996 |
Μία από τις πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής μου ήταν να πηγαίνω με τον μπαμπά μου στον «Κρίνο» για σουβλάκια. Είναι ένα σουβλατζίδικο που αναφέρεται και στους «Απόντες». Παίρναμε γύρο μοσχαρίσιο, τίγκα στο κρεμμύδι, στην ντομάτα και στον μαϊντανό. Μετά πηγαίναμε στον θερινό κινηματογράφο Ακταίον. Περίμενα πώς και πώς να έχει άδεια ο πατέρας μου για να πάμε. Το σινεμά ήταν για μένα από πολύ μωρό, από παιδί, βίωμα κυτταρικό...
Προφανώς όλες αυτές οι εικόνες με επηρέασαν, αλλά τότε δεν το είχα καταλάβει. Το κατάλαβα πολύ αργότερα. Δούλεψα μάλιστα ως βοηθός προβολατζή. Όταν είδα το «Σινεμά Παραντίσο» του Τορνατόρε, είπα μέσα μου: «Μου την έκλεψε την ιδέα!». Ήμουν κι εγώ μονίμως σε έναν κινηματογράφο.
Ύστερα άρχισαν οι αίθουσες να κλείνουν, λίγο λίγο, από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 προς τη δεκαετία του ’80. Είχαν απομείνει δύο ή τρεις. Ο τελευταίος που έκλεισε ήταν ο «Άνεσις». Τώρα, απ’ όσο ξέρω, υπάρχει στη Σαλαμίνα μόνο ένας θερινός.
Ο λαβύρινθος με τα βιβλία
Ήμουν καλός μαθητής, αλλά δεν μου άρεσε το νησί. Ήθελα να φύγω. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πέρασα εκεί ευτυχισμένα παιδικά χρόνια. Ήμασταν μια ζεστή οικογένεια. Μεγάλωσα και με τη γιαγιά μου, που ήταν πολύ διαβασμένη και θρησκόληπτη. Δεν το λέω για κακό. Πίστευε πραγματικά και με λάτρευε. Όλοι οι αναξιοπαθούντες της γειτονιάς περνούσαν από το σπίτι μας.
Ακούγαμε ραδιόφωνο, τραγούδια και θεατρικά έργα. Και υπήρχε στο σπίτι μια τεράστια βιβλιοθήκη του πατέρα μου. Αγόραζε συνέχεια βιβλία. Εγώ διάβαζα τότε «Μπλεκ», «Όμπραξ», «Ζαγκόρ» και τέτοια. Ερχόταν ο πατέρας μου και μου άφηνε ένα βιβλίο δίπλα στο τραπέζι.
Θυμάμαι μια μέρα που μου άφησε τα «Μυστήρια της Κεφαλονιάς» του Λασκαράτου. «Διάβασε ρε αυτό να ξεστραβωθείς», μου είπε. «Όλο με τον Μπλεκ και τον Όμπραξ είσαι». Δεν ήταν το πρώτο βιβλίο που διάβασα. Διάβαζα από πολύ μικρό παιδί. Τότε θα ήμουν δώδεκα, δεκατριών χρόνων. Μια άλλη μέρα είχα κατεβάσει από τη βιβλιοθήκη τον Βοκκάκιο και λέει ο πατέρας μου «Ωχ ο γιος μου μπαίνει στην εφηβεία». Μεγάλωσα μέσα σε έναν λαβύρινθο από βιβλία που μου έπεφταν σχεδόν στο κεφάλι.
Έφυγα από τη Σαλαμίνα γιατί πέρασα στο Μαθηματικό. Είχα κλίση και εξακολουθώ να αγαπώ τα μαθηματικά. Ακόμη λύνω ασκήσεις αρκετά υψηλού επιπέδου. Έχω ξεχάσει πολλά, αλλά δεν μου έφυγε ποτέ το βίτσιο. Λύνω καμιά άσκηση για να κάνω προπόνηση στο μυαλό.
Υπήρχε τότε ένας δρόμος που έμοιαζε κάπως στρωμένος για μένα, ακόμη και για να συνεχίσω τις σπουδές μου στην Αμερική γιατί κάποια ξαδέρφια μου ήδη βρίσκονταν στην Αμερική. Δεν υπήρχε όμως περίπτωση να γίνω καθηγητής σε λύκειο, θα έκανα μεταπτυχιακά και θα έφευγα. Αυτό ήταν το αρχικό σχέδιο. Μετά από δύο χρόνια εγκατέλειψα το Μαθηματικό και πήγα στη σχολή Σταυράκου. Διαγράφτηκα από το Μαθηματικό, γράφτηκα στην Ανωτάτη Εμπορική για να μη γυρίσω πίσω στο Μαθηματικό, γιατί τα μόρια ήταν πιο χαμηλά.
![]() |
| Ο Βασιλιάς, 2002 |
«Μόλις μπήκα στο στούντιο, ένιωσα ότι ήταν το σπίτι μου»
Εκείνη την εποχή γνώρισα τυχαία τη Μαρία Μαυρουδή, μια γυναίκα στην οποία οφείλω πάρα πολλά. Ίσως και το ότι είμαι εδώ τώρα. Θέλω να πω το όνομά της γιατί έχουμε χαθεί. Ελπίζω να ζει και να είναι καλά. Η Μαρία Μαυρουδή ήταν διευθύντρια Λόγου του Τρίτου Προγράμματος. Μέσα από τη Μαρία και το περιβάλλον του ραδιοφώνου γνώρισα σημαντικούς ανθρώπους, τον Σφέτσα, τον Καρούζο, τον Χατζηδάκι.
Μαζί με τον Αντώνη Κόκκινο κάναμε την εκπομπή «Ο Κινηματογράφος στο Τρίτο». Κράτησε περίπου έντεκα χρόνια. Ακόμη καμιά φορά ξυπνάω στον ύπνο μου και σκέφτομαι: «Πρέπει να σηκωθώ, να πάρω συνέντευξη». Ελπίζω να μην έχει χαθεί το αρχείο της εκπομπής. Πέρασε από εκεί η μεγάλη πλειονότητα των σημαντικών ανθρώπων του ελληνικού κινηματογράφου. Εύχομαι να μην έχει χαθεί το αρχείο. Μιλάμε για περίπου εξακόσιες ώρες υλικού. Τα ονόματα είναι άπειρα.
Παράλληλα δούλευα ως βοηθός σκηνοθέτη. Όταν ήμουν στον Σταυράκο, έμαθα ότι χρειαζόταν βοήθεια σε μια μικρού μήκους ταινία του Πάνου Καρκανεβάτου. Ήθελαν ανθρώπους να κουβαλάνε καλώδια, τρίποδα, να φτιάχνουν καφέ. Εγώ πήγα τρέχοντας.
Μόλις μπήκα στο στούντιο, ένιωσα ότι εκεί ήταν το σπίτι μου. Ότι μπορούσα να βάλω το κρεβάτι μου και να μείνω. Δεν ξέρω πώς αλλιώς να περιγράψω αυτή την οικειότητα με έναν χώρο. Κουβαλούσα καλώδια, έφτιαχνα καφέ και ύστερα άρχισα να δουλεύω ως βοηθός και σε άλλες ταινίες, μικρού και μεγάλου μήκους.
Δεν μου άρεσε το «βοηθητιλίκι». Έπρεπε να κοιμάμαι τελευταίος και να ξυπνάω πρώτος, ενώ εγώ ήθελα το αντίθετο! Είχε βέβαια και δημιουργικότητα αυτή η δουλειά. Είχα όμως αρχίσει να γράφω ένα μικρό σενάριο, οκτώ ή εννέα σελίδων, εμπνευσμένο από ένα βιβλίο ενός φίλου μου, του Γιώργου Λαζόπουλου «Μάτια δίχως πρόσωπο» ή «Πρόσωπο δίχως μάτια» δεν το θυμάμαι ακριβώς. Η ζωή μου τότε ήταν Εξάρχεια…
Ο Σταύρος Τσιώλης ερχόταν στην εκπομπή. Μου λέει: «Εσύ τι θα γίνεις; Κριτικός κινηματογράφου ή δημοσιογράφος; Εγώ για σκηνοθέτη σε βλέπω». Του έδωσα το σενάριο να το διαβάσει. Τον θεωρώ έναν από τους σημαντικότερους Έλληνες σκηνοθέτες και με στήριξε πάρα πολύ. «Είναι πάρα πολύ ωραίο», μου είπε. Μετά μου είπε κάτι ακόμη πιο πρακτικό: «Σου έχω αφήσει επτά κουτιά φιλμ σε ένα βενζινάδικο απέναντι από το γήπεδο του Παναθηναϊκού. Δεν χρειάζεσαι παραπάνω. Θα το εμφανίσεις στον Στάμου -έτσι λεγόταν αυτός που είχε πάρει τη Φίνος τότε- και τα έξοδα θα μπουν στον λογαριασμό της ταινίας μου. Θα πάρεις κι αυτό το τηλέφωνο, είναι ο Βασίλης ο Καψούρος, θα βρεις κάμερα και μερικά φώτα. Θα κάνεις την ταινία».
Έκανα την πρώτη μου ταινία. Το «Μακρόθεν». Τη γύρισα το 1986 και προβλήθηκε το 1987 στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Θα παιχτεί ξανά τώρα. Ο Τσιώλης δεν μου είπε απλώς «μπορείς». Μου έδωσε τα μέσα για να δοκιμάσω.
Οι άνθρωποι που με στήριξαν
Αργότερα ο Ζάνας είδε το «Μακρόθεν». Είχαμε δουλέψει όλοι τζάμπα για εκείνη την ταινία. Την αγόρασε το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου στο αμύθητο μυθικό ποσό του 1.200.000 δραχμών και, όταν τον ευχαρίστησα, μου είπε: «Έχεις ταλέντο. Κοίτα να το εκμεταλλευτείς». Με τα χρήματα αυτά έκανα την επόμενη μικρού μήκους, βασισμένη σε ένα διήγημα του Λάβκραφτ. Διάβαζα πολύ τρόμο τότε. Ακόμη βλέπω ταινίες τρόμου, αν μου αρέσει κάτι...
Δεν θεωρώ ότι η δεύτερη ταινία μου βγήκε όπως την ήθελα, αν και χρηματοδοτήθηκε από Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου. Ο Ζάνας μού είπε: «Δεν είναι πολύ καλή, Νίκο». «Το ξέρω, κύριε Ζάνα», του απάντησα. Η ιστορία μού άρεσε πολύ, αλλά αναλαμβάνω εγώ την ευθύνη για το αποτέλεσμα. Έμαθα όμως πολλά μέσα από αυτές τις ταινίες, ιδίως από τους ηθοποιούς με τους οποίους συνεργάστηκα. Ο Μηνάς Χατζησάββας μού έμαθε πάρα πολλά για την υποκριτική στον κινηματογράφο, του οφείλω πολλά…
Έκανα την τρίτη μου ταινία, στη συνέχεια, με την Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου, τον Μηνά Χατζησάββα και τον Γιώργο Νινιό, επειδή ασχολούμουν με το σκάκι, πήρε και το πρώτο βραβείο στη Θεσσαλονίκη μαζί με άλλες δύο ταινίες.
![]() |
| Κλειστή στροφή, 1991 |
Με τον Παπαχατζή παραγωγό, τον Γκίκα, τον Χατζησάββα πρωταγωνιστή που γράψαμε μαζί το σενάριο, έπαιζαν και η Σακελλαροπούλου, ο Νινιός ο Δημητράτος, ο Μωρόγιαννης και άλλους φίλους μαζευτήκαμε δώδεκα, δεκαπέντε άνθρωποι και κάναμε την «Κλειστή Στροφή», την πρώτη μου μεγάλου μήκους. Η ταινία πήγε στο Πανόραμα του Φεστιβάλ Βερολίνου, όχι στο διαγωνιστικό. Ήταν στο επίσημο πρόγραμμα, σε μια αίθουσα γεμάτη κόσμο. Μια υπέροχη εμπειρία. Ύστερα ταξίδεψε σε πολλά φεστιβάλ.
Πήρα και το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη στην Ελλάδα. Θυμάμαι τη στιγμή που μου το απένειμε ο Μιχάλης Κακογιάννης. Για μένα, ακόμη και σήμερα, ο Κακογιάννης είναι ένας μύθος. Έχει κάνει πολύ σπουδαία πράγματα στο σινεμά. Πήρα και το Κρατικό βραβείο που είχε λεφτά και συνεχίσαμε με την «Εποχή των δολοφόνων»...
![]() |
| Οι Απόντες, 1996 |
Οι «Απόντες» και η παρέα που έμεινε
Κάναμε την «Εποχή των δολοφόνων». Εκεί είχα εξαιρετικούς συνεργάτες και ηθοποιούς, αλλά εγώ είχα καβαλήσει το καλάμι. Νόμιζα ότι μπορούσα να σκηνοθετήσω ακόμη και τον τηλεφωνικό κατάλογο. Αυτή η αλαζονεία έκανε πολύ κακό στην ταινία. Τη θεωρώ τη χειρότερη που έχω κάνει. Όλοι οι άλλοι ήταν υπέροχοι. Την ευθύνη την αναλαμβάνω εγώ. Πέρασα δύσκολα μετά από εκείνη την ταινία. Κλείστηκα στο σπίτι, πέρασα μια κατάθλιψη. Είπα στον εαυτό μου ότι δεν θα ξανακάνω μια ταινία σινεφιλική, επηρεασμένη από άλλες ταινίες. Τυχαία ο Παπαχατζής έκανε ένα σίριαλ με τον Νίκο Παναγιωτόπουλο, το φίλο μου σεναριογράφο και συγγραφέα, και γίναμε φίλοι, Είχα γράψει πέντε ή έξι μικρές ιστορίες από τη ζωή στη Σαλαμίνα, συναντήσεις με φίλους μου...
Σκεφτόμουν κάτι σαν το «Καφές και τσιγάρα» του Τζάρμους. Εγώ τις έλεγα «Ούζο με χταπόδια». Εκείνη την εποχή γνώρισα τον Νίκο Παναγιωτόπουλο, τον σεναριογράφο. Ήμασταν στην ίδια ηλικία, στην ίδια γενιά, ακούγαμε και τις ίδιες μουσικές. Τα βρήκαμε. Από τότε γίναμε πολύ στενοί φίλοι. Ο Νίκος μού πρότεινε να κάνουμε τις μικρές ιστορίες ταινία μεγάλου μήκους. Είναι μεγάλη απώλεια για μένα.
Έτσι δημιουργήθηκαν οι «Απόντες». Του οφείλουν πάρα πολλά, κυρίως το ότι όλο αυτό έγινε ένα συγκροτημένο σενάριο. Γιατί εγώ ζω λίγο μέσα στο χάος μου. Μετά τους «Απόντες» έμεινε και μια παρέα πέρα από τη δουλειά, μια παρέα αληθινών προσώπων.
![]() |
| Οι Απόντες, 1996 |
Έχω παραμείνει από τους «Απόντες» σε πολύ στενή φιλία με τον Παναγιωτόπουλο και τον Μουρίκη και με τον Νούσια σε ένα βαθμό. Όλοι οι άλλοι έχουν χαθεί... Ήταν μια γενιά της ευμάρειας και της αποπολιτικοποίησης. Υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που παράγουν σημαντικό έργο, νησίδες εξαιρέσεων.
Έχω όμως την εντύπωση ότι, ως γενιά, δεν αφήσαμε στους επόμενους κάτι πολύ στέρεο για να πατήσουν. Μπορεί η γενιά του Πολυτεχνείου να άφησε κάτι τέτοιο, παρότι έχει κι εκείνη τα δικά της αμαρτήματα. Πολλοί έγιναν εξουσία και έκαναν πράγματα που ίσως δεν φαντάζονταν στα νιάτα τους. Εγώ, έτσι κι αλλιώς, δεν ήμουν ποτέ άνθρωπος της πολυκοσμίας. Έχω λίγους φίλους. Πολλούς από αυτούς τους έχασα...
«Το πρώτο πράγμα είναι να συνεννοηθούμε»
Για τους «Απόντες» είδα περίπου επτακόσιους ανθρώπους. Η διαδικασία κράτησε σχεδόν δύο χρόνια. Κάναμε βιντεοσκοπημένους μονολόγους, που είχε γράψει ο Παναγιωτόπουλος. Τους έχω ακόμη στον υπολογιστή μου. Απ’ όλους αυτούς κατέληξα στους έξι ηθοποιούς της ταινίας. Αν με ρωτήσεις τι είδα σε εκείνους που δεν είδα στους άλλους, η πρώτη απάντηση είναι: ένστικτο.
Όσο τους έβλεπα όμως, καταλάβαινα καλύτερα τι αναζητούσα. Το πρώτο πράγμα που με ενδιαφέρει με έναν ηθοποιό είναι να μπορούμε να συνεννοηθούμε. Να έχουμε μια κοινή γλώσσα. Όταν μου λέει κάτι, να καταλαβαίνω αυτό που εννοεί και όχι κάτι άλλο. Είναι πολύ βασικό για μένα. Το μάθημα που έκανα στη [σχολή προς ακρόαση] το ονόμαζα «Συνεννόηση»: πώς συνεννοείται ένας σκηνοθέτης με τους ηθοποιούς.
Το δεύτερο είναι να αισθάνομαι ότι ο ηθοποιός μπορεί να σηκώσει το βάρος του ρόλου. Και το τρίτο είναι να μου δώσει κάτι που δεν περιμένω. Την ώρα του γυρίσματος, όταν φεύγει ο ήλιος και όλοι τρέχουν να προλάβουν το πλάνο, να συμβεί μπροστά στην κάμερα κάτι που δεν είχα προβλέψει. Κάπως έτσι δουλεύω με τους ηθοποιούς.
![]() |
| Αγρύπνια, 2005 |
Όσα μένουν και όσα χάνονται
Τα τελευταία χρόνια ο ρυθμός άλλαξε. Κάποτε έκανα περίπου μια ταινία κάθε δύο χρόνια. Ύστερα ήρθαν θάνατοι, νοσοκομεία, οικογενειακά ζητήματα. Έπρεπε επίσης να δουλέψω για να βιοποριστώ. Άρχισα να κάνω μαθήματα. Υπήρξε μια περίοδος που η ζωή μου κινούνταν ανάμεσα στο νοσοκομείο και στον βιοπορισμό.
Στα χρόνια του κορονοϊού, όταν κλειστήκαμε μέσα, έγραψα κάτι. Το δουλεύω ακόμη. Θα δω τι θα γίνει. Έχω χάσει ανθρώπους με τους οποίους έζησα και δούλεψα. Με άλλους αγαπηθήκαμε, με άλλους χωρίσαμε. Και δεν εννοώ μόνο ερωτικούς χωρισμούς, υπάρχουν φιλικοί, συγγενικοί, χωρισμοί από ανθρώπους που θεωρούσες πολύ σημαντικούς στη δουλειά σου. Ο Γιώργος Σκούρτης, για παράδειγμα, με επηρέασε βαθιά. Ένα θεατρικό έχω κάνει και ήταν δικό του έργο, το «Ο Σαίξπηρ ζει στο καταφύγιο». Από τότε που τον γνώρισα μέχρι τον θάνατό του ήμασταν πολύ κοντά. Αν αρχίσω να λέω τα ονόματα των ανθρώπων που υπήρξαν σημαντικοί για μένα, δεν θα σταματήσω.
Δεν αισθάνθηκα ποτέ ότι είμαι «σημαντικός σκηνοθέτης». Χαίρομαι πολύ για το αφιέρωμα στο έργο μου στη Θεσσαλονίκη. Είναι μεγάλη τιμή, και η Θεσσαλονίκη είναι δεμένη με τις πρώτες προβολές των ταινιών μου. Θυμάμαι τι έγινε εκεί με τον «Βασιλιά», την ανταπόκριση των ανθρώπων. Η ταινία εξακολουθεί να παίζεται. Μου λένε συνεχώς ότι θα προβληθεί εδώ ή εκεί.
Οι ταινίες οι δικές μου είναι ταινίες για πληγωμένα παιδιά, όπως είμαι εγώ. Έκανα μέχρι το 2015 αυτό που αγαπούσα, με πολύ κόπο και ειλικρίνεια στην καρδιά. Όλες μου οι ταινίες, εκτός από την «Εποχή των δολοφόνων» έχουν βιωματικές αναφορές. Αν μια ταινία δεν με συγκινήσει, αν δεν μου δημιουργήσει γέλιο ή θλίψη, αν δεν με πάρει μαζί της, κάτι δεν λειτουργεί για μένα. Πρέπει να την αισθάνομαι στην κοιλιά μου. Οι δικές μου ταινίες είναι ατελείς και πληγωμένες, όπως είμαι κι εγώ.
Κάθε φορά που έκανα μια ταινία ήμουν ο εαυτός μου. Κατάφερα για πολλά χρόνια να κάνω αυτό που αγαπούσα, με πολύ κόπο και με ειλικρίνεια στην καρδιά. Ήμουν πολύ τυχερός που μπόρεσα να το κάνω.







