Σε έναν κόσμο όπου η επιτυχία εκτίθεται καθημερινά στη δημόσια θέα, η αποτυχία παραμένει συχνά κρυμμένη πίσω από χαμόγελα, φωτογραφίες και ιστορίες προσωπικής υπέρβασης. Η επιστήμη εξετάζει τον φόβο της αποτυχίας, την τελειομανία και τη διαρκή κοινωνική σύγκριση, ενώ τα social media δημιουργούν μια καινούργια σκηνή, στην οποία ακόμη και η απογοήτευση πρέπει να παρουσιαστεί με τον κατάλληλο τρόπο. Πότε χάσαμε το δικαίωμα να πούμε απλώς «δεν τα κατάφερα»;
Τα φώτα ανάβουν. Η αυλαία σηκώνεται. Κάποιος στέκεται στο κέντρο της σκηνής και περιμένει να αρχίσει η παράσταση. Απέναντί του, εκατοντάδες μάτια με προσδοκίες. Πρέπει να θυμηθεί τα λόγια του, να ανταποκριθεί στον ρόλο του, να πείσει, να συγκινήσει, να κερδίσει το χειροκρότημα. Κι αν ξεχάσει την ατάκα του; Αν η ερμηνεία του απογοητεύσει; Αν, όταν πέσει η αυλαία, το χειροκρότημα δεν έχει ενθουσιασμό;
Έξω από το θέατρο, μια άλλη παράσταση βρίσκεται διαρκώς σε εξέλιξη. Στη σκηνή της καθημερινότητας, ο καθένας καλείται να υποδυθεί τον επιτυχημένο εαυτό του. Να έχει μια αξιοζήλευτη επαγγελματική πορεία, μια ευτυχισμένη προσωπική ζωή, μια ενδιαφέρουσα κοινωνική παρουσία. Να προχωρά, να εξελίσσεται, να κατακτά στόχους. Κι όταν κάτι δεν πηγαίνει καλά, να βρίσκει έναν τρόπο να το εξηγήσει.
«Δεν τα κατάφερα». Τρεις λέξεις που συχνά συνοδεύονται από μια δικαιολογία. Δεν ήταν το timing. Οι συνθήκες δεν βοήθησαν. Δεν το ήθελα πραγματικά. Θα προσπαθήσω ξανά και θα επιστρέψω δυνατότερος. Κάποιοι με εμπόδισαν ή μου έκλεψαν την επιτυχία από τα χέρια γιατί ήταν σε κυκλώματα.
Σαν να μην επιτρέπεται να υπάρχει μια αποτυχία χωρίς εξηγήσεις. Σαν να μην αρκεί το γεγονός ότι μια προσπάθεια δεν είχε το αποτέλεσμα που επιθυμούσαμε. Σαν να πρέπει, μαζί με την απογοήτευση, να διαχειριστούμε και την εικόνα μας απέναντι στους άλλους.
Η εποχή που απαιτεί να είμαστε τέλειοι
Το 2019, οι ψυχολόγοι Thomas Curran και Andrew P. Hill δημοσίευσαν στο επιστημονικό περιοδικό Psychological Bulletin μια μετα-ανάλυση που εξέταζε την εξέλιξη της τελειομανίας σε βάθος σχεδόν τριών δεκαετιών.
Η έρευνα συγκέντρωσε στοιχεία από 164 δείγματα και συνολικά 41.641 φοιτητές στις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά και τη Βρετανία, κατά την περίοδο 1989–2016. Οι ερευνητές διαπίστωσαν αύξηση σε τρεις διαφορετικές μορφές τελειομανίας: στην απαίτηση να είμαστε οι ίδιοι τέλειοι, στην τάση να απαιτούμε τελειότητα από τους άλλους και, κυρίως, στην αντίληψη ότι οι άλλοι περιμένουν από εμάς να ανταποκρινόμαστε σε υπερβολικά υψηλές προσδοκίες.
Η τελευταία ονομάζεται κοινωνικά επιβαλλόμενη τελειομανία. Είναι εκείνη η αίσθηση ότι η αποδοχή, η αναγνώριση και η αξία μας εξαρτώνται από το αν θα ανταποκριθούμε σε όσα πιστεύουμε ότι περιμένει το περιβάλλον μας.
Οι ερευνητές συζητούν τη σχέση αυτών των μεταβολών με ένα ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον ανταγωνισμού και ατομικής επίδοσης.
Τα στοιχεία τους, ωστόσο, δεν αποδεικνύουν από μόνα τους ποιοι παράγοντες προκάλεσαν την αύξηση της τελειομανίας, ενώ αφορούν συγκεκριμένους φοιτητικούς πληθυσμούς και όχι το σύνολο της κοινωνίας.
Αναδεικνύουν, πάντως, ένα ενδιαφέρον ερώτημα: τι συμβαίνει όταν δεν αρκεί να προσπαθούμε, αλλά αισθανόμαστε ότι οφείλουμε διαρκώς να αποδεικνύουμε πως αξίζουμε; Τότε η αποτυχία μπορεί να πάψει να αποτελεί ένα γεγονός και να μετατραπεί σε χαρακτηρισμό. Δεν απέτυχε μια επαγγελματική προσπάθεια.
Δεν απορρίφθηκε απλώς μια ιδέα. Δεν τελείωσε μόνο μια σχέση. «Απέτυχα εγώ». Η διαφορά είναι τεράστια. Στην πρώτη περίπτωση αξιολογείται ένα αποτέλεσμα. Στη δεύτερη, ολόκληρος ο άνθρωπος.
Ο φόβος της αποτυχίας είναι και φόβος της ντροπής
Μια άλλη επιστημονική έρευνα, που δημοσιεύτηκε το 2009 στο Journal of Sport & Exercise Psychology, εξέτασε πώς συνδέονται η τελειομανία, ο φόβος της αποτυχίας και τα συναισθήματα που προκαλεί η προοπτική μιας ήττας.
Οι ψυχολόγοι Sam S. Sagar και Joachim Stoeber μελέτησαν 388 αθλητές, ζητώντας τους να φανταστούν καταστάσεις επιτυχίας και αποτυχίας. Διαπίστωσαν ότι η υπερβολική ανησυχία για τα λάθη, καθώς και ορισμένες μορφές αντιλαμβανόμενης πίεσης από το περιβάλλον, συνδέονταν με τον φόβο της ντροπής και της αμηχανίας.
Είναι σημαντικό ότι οι ερευνητές δεν αντιμετώπισαν κάθε μορφή τελειομανίας ως εξίσου επιβαρυντική. Η επιδίωξη υψηλών προσωπικών στόχων δεν είχε τις ίδιες συσχετίσεις με την αγωνία μήπως κάνουμε λάθος και εκτεθούμε. Η μελέτη αφορά αθλητές και υποθετικές αγωνιστικές καταστάσεις. Ωστόσο, η διάκριση που αναδεικνύει έχει ενδιαφέρον και έξω από τον αθλητισμό. Ο φόβος δεν αφορά πάντοτε μόνο την απώλεια μιας ευκαιρίας. Μπορεί να αφορά και την αντίδραση των άλλων.
Ένας ηθοποιός δεν παίρνει τον ρόλο για τον οποίο πέρασε από οντισιόν. Ένας συγγραφέας βλέπει το χειρόγραφό του να απορρίπτεται. Ένας επιχειρηματίας κλείνει το κατάστημά του. Ένας εργαζόμενος χάνει τη δουλειά του. Πέρα από τις πραγματικές συνέπειες, υπάρχει ενδεχομένως και ένα δεύτερο φορτίο: τι θα πουν οι άλλοι;
Πώς θα ανακοινώσει κάποιος ότι απέτυχε; Θα τον θεωρήσουν ανεπαρκή; Θα τον λυπηθούν; Θα αντιμετωπίσουν την αποτυχία του ως απόδειξη ότι δεν ήταν αρκετά ικανός; Μερικές φορές η αποτυχία μοιάζει λιγότερο τρομακτική από την υποχρέωση να την παραδεχτούμε δημόσια.
Social media: Η σκηνή όπου όλοι μοιάζουν επιτυχημένοι
Ένα καινούργιο σπίτι. Μια επαγγελματική προαγωγή. Ένα ταξίδι. Μια ευτυχισμένη σχέση. Μια φωτογραφία από την απονομή ενός βραβείου. Ένα βίντεο με χιλιάδες προβολές. Μια ανακοίνωση για την επόμενη μεγάλη συνεργασία. Και άπλετη ευτυχία περνούν καθημερινά από τους τοίχους μας.
Στα κοινωνικά δίκτυα, η επιτυχία έχει αποκτήσει τη δική της αισθητική. Φωτεινές εικόνες, προσεγμένα πλάνα, χαμόγελα, λεζάντες γεμάτες ευγνωμοσύνη και αισιοδοξία. Μια διαρκής αφήγηση προόδου, στην οποία οι άνθρωποι φαίνεται να βρίσκονται πάντοτε ένα βήμα πιο κοντά στην ιδανική ζωή.
Πού βρίσκονται όμως οι αποτυχίες;
Πού είναι η φωτογραφία από τη συνέντευξη για δουλειά που δεν πήγε καλά; Η ανακοίνωση ότι μια επιχείρηση έκλεισε; Η ανάρτηση για το βιβλίο που κανένας εκδότης δεν δέχτηκε; Το βίντεο από την παράσταση που δεν βρήκε κοινό;
Ασφαλώς υπάρχουν άνθρωποι που μοιράζονται και τις δύσκολες στιγμές τους. Όμως η δημόσια παρουσία στα social media είναι κατά κανόνα επιλεκτική. Δεν βλέπουμε ολόκληρη τη ζωή των άλλων. Βλέπουμε εκείνο το μέρος της που επέλεξαν να παρουσιάσουν.
Το 2023, οι ερευνητές Carly A. McComb, Eric J. Vanman και Stephanie J. Tobin δημοσίευσαν στο Media Psychology μια μετα-ανάλυση 48 ερευνητικών άρθρων, με συνολικά 7.679 συμμετέχοντες.
Αντικείμενό τους ήταν η λεγόμενη ανοδική κοινωνική σύγκριση: τι συμβαίνει όταν οι χρήστες των κοινωνικών δικτύων συγκρίνουν τον εαυτό τους με ανθρώπους που εμφανίζονται πιο επιτυχημένοι, πιο ελκυστικοί ή πιο ευνοημένοι. Η ανάλυση των πειραματικών μελετών έδειξε συνολικά μια μικρή αλλά στατιστικά σημαντική αρνητική επίδραση στην αυτοαξιολόγηση και στα συναισθήματα των συμμετεχόντων. Αρνητικές επιδράσεις καταγράφηκαν, μεταξύ άλλων, σε δείκτες αυτοεκτίμησης, εικόνας σώματος και υποκειμενικής ευημερίας.
Τα ευρήματα δεν σημαίνουν ότι τα κοινωνικά δίκτυα προκαλούν από μόνα τους τον φόβο της αποτυχίας. Δείχνουν, όμως, ότι η έκθεση σε εξιδανικευμένες εικόνες άλλων ανθρώπων μπορεί να επηρεάζει αρνητικά τον τρόπο με τον οποίο αξιολογούμε τον εαυτό μας.
Και εδώ βρίσκεται μια από τις πιο χαρακτηριστικές αντιφάσεις της ψηφιακής εποχής: συγκρίνουμε τη δική μας πραγματική ζωή, με τις αμφιβολίες, τις απορρίψεις και τις απογοητεύσεις της, με τις επιλεγμένες στιγμές της ζωής των άλλων.
Βλέπουμε το αποτέλεσμα, όχι τις αποτυχίες που προηγήθηκαν. Βλέπουμε την επαγγελματική αναγνώριση, αλλά όχι τις δεκάδες απορρίψεις.
Βλέπουμε το χαμόγελο, αλλά όχι απαραίτητα την αγωνία που υπάρχει πίσω του. Έτσι μπορεί να δημιουργείται η εντύπωση ότι όλοι προχωρούν, όλοι εξελίσσονται, όλοι καταφέρνουν κάτι σημαντικό. Όλοι, εκτός από εμάς. Όμως και εμείς οι ίδιοι ακολουθώντας τον ίδιο κανόνα παρουσιαζόμαστε πετυχημένοι, ιδανικοί και χαρούμενοι σε κάποιους άλλους. Είναι τελικά αυτή η εικόνα πραγματική ή μήπως τα πράγματα στη ζωή όλων μας εξελίσσονται εντελώς διαφορετικά;
Όταν ακόμη και η αποτυχία πρέπει να φωτογραφίζεται όμορφα
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη, πιο σύνθετη πλευρά. Τα τελευταία χρόνια, η αποτυχία δεν εξαφανίζεται πάντοτε από τα κοινωνικά δίκτυα. Αντίθετα, μπορεί να γίνεται και η ίδια περιεχόμενο.
Κάποιος ανακοινώνει ότι έχασε τη δουλειά του, αλλά συνοδεύει την ανάρτηση με τη διαβεβαίωση ότι ανοίγεται ένα νέο κεφάλαιο. Κάποιος περιγράφει μια επαγγελματική απόρριψη, εξηγώντας ότι ήταν το σημαντικότερο μάθημα της ζωής του. Κάποιος μοιράζεται μια προσωπική δυσκολία, καταλήγοντας ότι η εμπειρία τον έκανε δυνατότερο.
Οι ιστορίες αυτές μπορεί να είναι απολύτως ειλικρινείς. Πολλοί άνθρωποι πράγματι βρίσκουν νόημα σε μια δύσκολη εμπειρία. Όμως γεννιέται ένα ερώτημα: αισθανόμαστε ελεύθεροι να μιλήσουμε για μια αποτυχία που δεν μας δίδαξε τίποτα; Για μια απώλεια που δεν μας έκανε καλύτερους; Για μια προσπάθεια που τελείωσε χωρίς αισιόδοξη συνέχεια;
Το 2024, οι ερευνητές Abby H. Salopek και Matthew S. Eastin δημοσίευσαν στο Journal of Computer-Mediated Communication μια μελέτη για την αντιλαμβανόμενη τοξική θετικότητα, την κοινωνική σύγκριση και τη διαχείριση της διαδικτυακής εικόνας.
Οι ερευνητές εξέτασαν πώς οι χρήστες αντιλαμβάνονται την υπερβολικά θετική αυτοπαρουσίαση στα κοινωνικά δίκτυα και πώς αυτές οι αντιλήψεις συνδέονται με τη σύγκριση με άλλους και τη μη αυθεντική παρουσίαση του εαυτού.
Τα αποτελέσματά τους υποδεικνύουν ότι η ανοδική κοινωνική σύγκριση μπορεί να λειτουργεί ως ενδιάμεσος παράγοντας στη σχέση ανάμεσα σε αρκετές διαστάσεις της αντιλαμβανόμενης τοξικής θετικότητας και την αναληθή διαδικτυακή αυτοπαρουσίαση.
Η έρευνα δεν αποδεικνύει ότι οι αισιόδοξες αναρτήσεις είναι ψεύτικες ούτε ότι κάθε θετική στάση αποτελεί μορφή κοινωνικής πίεσης. Αναδεικνύει, ωστόσο, τη σημασία που μπορεί να αποκτήσει η διαχείριση των εντυπώσεων στην ψηφιακή επικοινωνία. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ακόμη και η αποτυχία μπορεί να χρειάζεται σκηνοθεσία.
Να αποκτά την κατάλληλη λεζάντα, τη σωστή συναισθηματική ένταση, το αισιόδοξο τέλος. Να μετατρέπεται σε μια ιστορία προσωπικής ανάπτυξης που μπορεί να δημοσιευτεί, να κοινοποιηθεί και να επιβραβευθεί. Σαν να υπάρχει ένας άγραφος κανόνας: μπορείς να αποτύχεις, αρκεί να μας δείξεις ότι η αποτυχία σου είχε τελικά κάποιο όφελος. Αλλά τι γίνεται όταν δεν είχε;
Δεκαέξι παραστάσεις και μια αποτυχία που δεν ήταν το τέλος
Τον Νοέμβριο του 1981, το μιούζικαλ Merrily We Roll Along, με μουσική και στίχους του Stephen Sondheim και κείμενο του George Furth, ανεβαίνει στο Broadway, σε σκηνοθεσία Harold Prince. Οι προσδοκίες είναι υψηλές. Ωστόσο, η αρχική παραγωγή δεν καταφέρνει να κερδίσει το κοινό και τους κριτικούς στον βαθμό που αναμενόταν. Στις 28 Νοεμβρίου, έπειτα από μόλις 16 κανονικές παραστάσεις, κατεβάζει αυλαία.
Για ένα έργο που φέρει την υπογραφή ενός τόσο σημαντικού δημιουργού του μουσικού θεάτρου, η σύντομη πορεία αποτελεί μια ηχηρή απογοήτευση. Κι όμως, η ιστορία δεν τελειώνει εκεί… Το έργο επιστρέφει σε νέες παραγωγές, γνωρίζει αναθεωρήσεις και αποκτά σταδιακά μια διαφορετική θέση στην ιστορία του αμερικανικού μιούζικαλ. Το 2023 ανεβαίνει ξανά στο Broadway, σε σκηνοθεσία Maria Friedman, με πρωταγωνιστές τους Jonathan Groff, Daniel Radcliffe και Lindsay Mendez.
Το 2024 η αναβίωσή του κερδίζει τέσσερα βραβεία Tony, ανάμεσά τους εκείνο της καλύτερης αναβίωσης μιούζικαλ.
Δεν πρόκειται για την ίδια ακριβώς παραγωγή που απέτυχε το 1981. Το έργο έχει εξελιχθεί, οι συνθήκες έχουν αλλάξει και το κοινό είναι διαφορετικό. Ακριβώς γι' αυτό η ιστορία του παρουσιάζει ενδιαφέρον.
Μια αποτυχία δεν αποτελεί πάντοτε οριστική ετυμηγορία για την αξία ενός δημιουργήματος. Μπορεί να είναι αποτέλεσμα μιας συγκεκριμένης συνάντησης ανάμεσα σε ένα έργο, στους ανθρώπους που το παρουσιάζουν, στην εποχή και στο κοινό. Ωστόσο, δεν αποκτούν όλες οι αποτυχίες δεύτερη πρεμιέρα. Και ίσως αυτό είναι εξίσου σημαντικό.
Η αποτυχία γίνεται αποδεκτή όταν ακολουθεί ο θρίαμβος
Το 2008, η J. K. Rowling μιλά στους αποφοίτους του Πανεπιστημίου Harvard. Αντί να επικεντρωθεί στη συγγραφική της επιτυχία, επιλέγει να αναφερθεί σε μια από τις δυσκολότερες περιόδους της ζωής της. Έναν γάμο που είχε τελειώσει, την ανεργία, τη μονογονεϊκότητα, τις οικονομικές δυσκολίες και την αβεβαιότητα για το μέλλον. Περιγράφει την αποτυχία ως μια επώδυνη εμπειρία, που την ανάγκασε να εγκαταλείψει όσα δεν είχαν ουσιαστική σημασία για εκείνη και να επικεντρωθεί σε εκείνο που θεωρούσε πραγματικά σημαντικό.
Η μετέπειτα πορεία της είναι γνωστή. Η Rowling γίνεται μία από τις πιο αναγνωρίσιμες συγγραφείς στον κόσμο. Η ιστορία της αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα προσωπικής υπέρβασης. Αλλά δημιουργεί και μια άλλη σκέψη: θα ακούγαμε με την ίδια προσοχή την εξομολόγησή της αν δεν είχε ακολουθήσει η τεράστια επιτυχία;
Συχνά θαυμάζουμε εκείνους που απέτυχαν επειδή γνωρίζουμε ήδη ότι στο τέλος δικαιώθηκαν. Η αποτυχία τους αποκτά νόημα εκ των υστέρων. Μετατρέπεται σε αναγκαίο κεφάλαιο μιας ιστορίας επιτυχίας. Τι συμβαίνει όμως με τους ανθρώπους που δεν γνώρισαν ποτέ αυτή τη δικαίωση;
Με τον ηθοποιό που εγκατέλειψε το θέατρο επειδή δεν μπορούσε να επιβιώσει; Με τον συγγραφέα που δεν είδε ποτέ το έργο του να εκδίδεται; Με τον άνθρωπο που επένδυσε τις οικονομίες του σε μια επιχείρηση και τις έχασε; Με εκείνον που προσπάθησε να αλλάξει τη ζωή του, αλλά δεν τα κατάφερε; Πρέπει να επιστρέψουν δυνατότεροι; Να ανακαλύψουν ένα κρυμμένο δώρο μέσα στην αποτυχία τους; Να μετατρέψουν την απογοήτευση σε μια ιστορία που θα εμπνεύσει τους άλλους;
Το δικαίωμα να μη γίνουμε καλύτεροι
Υπάρχει κάτι παράδοξο στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε σήμερα την αποτυχία. Ενώ μιλάμε όλο και περισσότερο για την αποδοχή της, συχνά εξακολουθούμε να της αναγνωρίζουμε αξία μόνο όταν οδηγεί σε μια μελλοντική επιτυχία.
Αν απέτυχες αλλά έμαθες, η εμπειρία σου θεωρείται χρήσιμη. Αν απορρίφθηκες αλλά επέστρεψες, η ιστορία σου γίνεται παράδειγμα. Αν έχασες κάτι αλλά απέκτησες κάτι καλύτερο, η αποτυχία σου μετατρέπεται σε ευκαιρία. Και αν τίποτα από αυτά δεν συνέβη;
Αν μια προσπάθεια τελείωσε χωρίς να αφήσει κάποιο σπουδαίο μάθημα; Αν μια απώλεια παρέμεινε απώλεια; Αν ένας άνθρωπος αποφάσισε να σταματήσει, όχι επειδή ανακάλυψε έναν καλύτερο δρόμο, αλλά επειδή δεν είχε πια τις δυνάμεις να συνεχίσει;
Η αποτυχία δεν είναι πάντοτε ένα μεταμφιεσμένο δώρο. Μπορεί να έχει πραγματικές οικονομικές, επαγγελματικές και συναισθηματικές συνέπειες. Μπορεί να αφήσει πίσω της απογοήτευση, θυμό, θλίψη ή αβεβαιότητα. Και δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι θα οδηγήσει σε κάτι καλύτερο. Ίσως, λοιπόν, το πραγματικό δικαίωμα στην αποτυχία να μην είναι η υπόσχεση ότι κάποτε θα πετύχουμε. Ίσως να είναι η δυνατότητα να μη χρειάζεται να αποδείξουμε τίποτα.
Να μη μετατρέπουμε κάθε δυσκολία σε δημόσιο μάθημα ζωής. Να μη σκηνοθετούμε την απογοήτευσή μας για να γίνει αποδεκτή. Να μην αισθανόμαστε υποχρεωμένοι να παρουσιάσουμε μια αισιόδοξη εκδοχή της πραγματικότητας, όταν αυτή δεν υπάρχει. Να μπορούμε να σταθούμε στη σκηνή της ζωής μας και να πούμε απλώς: «Δεν τα κατάφερα».
Χωρίς να ζητήσουμε συγγνώμη. Χωρίς να υποσχεθούμε ότι την επόμενη φορά θα είμαστε καλύτεροι. Και χωρίς να πιστεύουμε ότι, επειδή δεν ακούστηκε χειροκρότημα, δεν άξιζε η παράσταση.
*Βιβλιογραφία και πηγές
1. Curran, T., & Hill, A. P. (2019). Perfectionism Is Increasing Over Time: A Meta-Analysis of Birth Cohort Differences From 1989 to 2016.
2. Sagar, S. S., & Stoeber, J. (2009). Perfectionism, Fear of Failure, and Affective Responses to Success and Failure: The Central Role of Fear of Experiencing Shame and Embarrassment. Journal of Sport & Exercise Psychology.
3. McComb, C. A., Vanman, E. J., & Tobin, S. J. (2023). A Meta-Analysis of the Effects of Social Media Exposure to Upward Comparison Targets on Self-Evaluations and Emotions. Media Psychology.
4. Salopek, A. H., & Eastin, M. S. (2024). Toxic Positivity Intentions: An Image Management Approach to Upward Social Comparison and False Self-Presentation. Journal of Computer-Mediated Communication.
Ιστορικές και πρωτογενείς πηγές
5. Internet Broadway Database (IBDB). Merrily We Roll Along — Original Broadway Production, 1981. Επίσημο αρχείο παραγωγής.
6. The American Theatre Wing — Tony Awards. Merrily We Roll Along, 2024.
7. Rowling, J. K. (2008). The Fringe Benefits of Failure, and the Importance of Imagination. Ομιλία στο Harvard, 5 Ιουνίου 2008.







