Η ΕΛΛΑΔΑ ΜΕΤΑ ΤΟ BRAIN DRAIN – ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΑΝΑΠΟΔΑ


Το δισάκι μου στον ώμο για τον δρόμο… Ένας σημαντικός αριθμός Ελλήνων έκανε ακριβώς αυτή την επιλογή στα χρόνια της κρίσης αναζητώντας μία καλύτερη ζωή… Άραγε τη βρήκε;


Η ανάγκη μίας καλύτερης ζωής είναι ένα σημαντικό κίνητρο για να φορτώσεις μια μέρα τη βαλίτσα σου και να φύγεις για ένα νέο τόπο που θα σου δώσει καλύτερες προοπτικές και ευκαιρίες, εκεί όπου θα ξεκινήσεις από την αρχή μια δεύτερη ζωή με ορίζοντα. Το όνειρο του μετανάστη άλλωστε, του Gastarbeiter, όπως αποκαλούσαν κάποτε οι Γερμανοί τους μετανάστες εργάτες, τον οδηγεί όπου πιστεύει ότι θα βρει τη γη που θα του ανοίξει την αγκαλιά της γενναιόδωρα.

Μια χώρα με τη βαλίτσα στο χέρι 


Η Ελλάδα έχει μακρά ιστορία με τη μετανάστευση καθώς υπήρξαν χρονικές περίοδοι που οι Έλληνες αναζητούσαν την τύχη τους στο εξωτερικό. Ανατρέχοντας στη νεότερη ιστορία δύο σημαντικά μεταναστευτικά ρεύματα αναπτύχθηκαν πριν από τη μεταναστευτική τάση που ξεκίνησε στα χρόνια της κρίσης το 2010:

Τέλη 19ου αιώνα – αρχές 20ού, περίπου 1890–1924. Η πρώτη μαζική έξοδος συνδέεται έντονα με την οικονομική κρίση και τη σταφιδική κρίση. Από το 1890 έως το 1924 μετανάστευσε σχεδόν το 1/6 του ελληνικού πληθυσμού, κυρίως προς τις ΗΠΑ, αλλά και προς άλλους προορισμούς.

Μεταπολεμική Ελλάδα, κυρίως 1950–1974/77. Αυτό είναι το τεράστιο μεταναστευτικό κύμα των παππούδων και των γονιών μας: πάνω από ένα εκατομμύριο Έλληνες εγκαταλείπουν τη χώρα. Κύριοι προορισμοί είναι η Δυτική Γερμανία, η Αυστραλία, οι ΗΠΑ και ο Καναδάς. Μόνο η Γερμανία δέχθηκε περίπου 603.300 Έλληνες μεταξύ 1955 και 1973. Οι αιτίες ήταν οικονομικές, αλλά στο υπόβαθρο υπήρχαν και ο Εμφύλιος και αργότερα η δικτατορία.

Ωστόσο όσον αφορά τη δεύτερη περίοδο, τη δεκαετία 1970 – 80 κάποιοι βρήκαν τον δρόμο της επιστροφής, κάποιοι άλλοι ρίζωσαν στους ξένους τόπους και παρέμειναν εκεί. Η Ελλάδα άλλωστε είναι μία χώρα που εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα στέλνει ανθρώπους έξω και τους περιμένει να γυρίσουν.    

2010: Στα χρόνια της κρίσης

Εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες έφυγαν από τη χώρα στα χρόνια της κρίσης. Σήμερα, τα στοιχεία καταγράφουν ένα ρεύμα επιστροφής. Όμως πίσω από τους αριθμούς υπάρχει ένα πιο σύνθετο ερώτημα: επιστρέφουν πραγματικά οι άνθρωποι που χάσαμε ή εξακολουθούν να κοιτούν την Ελλάδα από μακριά, θέτοντας όρους για να μπορέσει κάποτε να γίνει ξανά πατρίδα;

Υπάρχουν ταξίδια που ξεκινούν από επιθυμία. Κι άλλα που ξεκινούν από ανάγκη. Για εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες, η αναχώρηση των προηγούμενων δεκαπέντε χρόνων δεν ήταν ακριβώς μια περιπέτεια προς μια «άγνωστη Ιθάκη». Ήταν περισσότερο η αναζήτηση μιας Ιθάκης που πίστευαν ότι δεν μπορούσαν πια να βρουν εδώ.

Δουλειά. Αξιοπρεπής μισθός. Επαγγελματική εξέλιξη. Αξιοκρατία. Ένα περιβάλλον στο οποίο οι σπουδές και οι δεξιότητές τους θα είχαν αντίκρισμα. Το ελληνικό brain drain έγινε μία από τις βαθύτερες πληγές της οικονομικής κρίσης. Μόνο που δεκαπέντε χρόνια αργότερα η εικόνα δείχνει να αλλάζει. Ή τουλάχιστον αυτό δείχνουν οι αριθμοί…

773.000 αναχωρήσεις


Η πρόσφατη μελέτη «A Review of Greek Emigrants – Talent Abroad», που εκπονήθηκε από τον ΟΟΣΑ σε συνεργασία με το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης και Ηλεκτρονικού Περιεχομένου, επιχειρεί να χαρτογραφήσει τη σύγχρονη ελληνική διασπορά και τη διεθνή κινητικότητα του ελληνικού ανθρώπινου δυναμικού. Και η πρώτη εικόνα είναι εντυπωσιακή. Από το 2010 έως το 2024 υπολογίζεται ότι έφυγαν από την Ελλάδα περίπου 773.000 Έλληνες και Ελληνίδες. Στο ίδιο διάστημα επέστρεψαν περίπου 473.000.

Με μια απλή αριθμητική ανάγνωση, δηλαδή, περίπου έξι στους δέκα ανθρώπους που αναχώρησαν έχουν επιστρέψει. Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η μεταβολή των τελευταίων ετών. Το 2023 εκτιμάται ότι επέστρεψαν περίπου 46.000 Έλληνες, ενώ αναχώρησαν 37.000. Το 2024 η απόσταση μεγάλωσε: σχεδόν 52.000 επιστροφές έναντι περίπου 32.000 αναχωρήσεων. Για πρώτη φορά μετά τα χρόνια της μεγάλης οικονομικής κρίσης, η φορά του ταξιδιού φαίνεται να αλλάζει. Οι βαλίτσες δεν κινούνται μόνο προς τα έξω. Κινούνται και προς τα μέσα. Ωστόσο εάν στην Ελλάδα συνεχιστεί η ασφυκτική οικονομική κατάσταση τίποτα δεν αποκλείει να ανατραπεί το σκηνικό με ένα νέο ρεύμα φυγής προς τα έξω.

Ποιοι ήταν αυτοί που έφυγαν;


Το brain drain δεν υπήρξε μόνο αριθμητική απώλεια πληθυσμού. Η Ελλάδα έχασε ένα σημαντικό μέρος ανθρώπων παραγωγικής ηλικίας, πολλοί από τους οποίους διέθεταν υψηλό μορφωτικό επίπεδο, εξειδίκευση και επαγγελματικές δεξιότητες. Για αυτό και η πραγματική διάσταση του φαινομένου δεν αποτυπώνεται μόνο στον αριθμό όσων έφυγαν.

Μια χώρα επενδύει για χρόνια στην εκπαίδευση ενός νέου ανθρώπου και, τη στιγμή κατά την οποία εκείνος μπορεί να μετατρέψει αυτή τη γνώση σε παραγωγή, έρευνα, επιχειρηματικότητα και οικονομική δραστηριότητα, η επένδυση αξιοποιείται σε μια άλλη χώρα.

Ταυτόχρονα, όμως, εκείνοι που έφυγαν απέκτησαν κάτι που δύσκολα μετριέται: διεθνή εμπειρία, νέα επαγγελματικά πρότυπα, διαφορετική αντίληψη της εργασίας και πρόσβαση σε δίκτυα που υπερβαίνουν τα ελληνικά σύνορα. Έτσι το ερώτημα σήμερα δεν είναι μόνο πόσοι επιστρέφουν. Είναι ποιοι επιστρέφουν και σε τι επιστρέφουν.

Σε ποιες χώρες πήγαν και πού εργάστηκαν


Στα παρελθόντα μεταναστευτικά κύματα οι Έλληνες κινήθηκαν προς υπερπόντιους προορισμούς: Αμερική, Καναδάς, Αυστραλία (Αστραλία έλεγαν στα χωριά), και εντός Ευρώπης μεγάλο ποσοστό προς Γερμανία και λιγότεροι προς Σουηδία. 

Απασχολήθηκαν κυρίως σε εργασίες χειρωνακτικές: οικοδομή ως εργάτες, εστιατόρια σε λάντζα και σέρβις, εργοστάσια (μην ξεχνάμε το τραγούδι Φάμπρικα του Λάκη Χαλκιά που περιγράφει τις συνθήκες εργασίας μεταναστών σε εργοστάσια -πιθανόν της Γερμανίας).

Στο κύμα που αναπτύχθηκε το 2010 υπάρχει μια σημαντική διαφορά από τους παλιούς Gastarbeiter: μετά το 2010 η ελληνική μετανάστευση στράφηκε κυρίως εντός Ευρώπης και είχε πολύ ισχυρότερο στοιχείο υψηλής εκπαίδευσης και εξειδίκευσης. Η φετινή μελέτη ΟΟΣΑ–ΕΚΤ μάς δίνει πλέον αρκετά καθαρή εικόνα.

Οι δύο μεγάλοι προορισμοί της περιόδου της κρίσης ήταν η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Μαζί απορρόφησαν πάνω από το μισό μεταναστευτικό ρεύμα εκείνης της περιόδου. Μόνο προς τη Γερμανία μετακινήθηκαν πάνω από 250.000 Έλληνες πολίτες μεταξύ 2010–2019, ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο γνώρισε εντυπωσιακή αύξηση: οι γεννημένοι στην Ελλάδα κάτοικοί του αυξήθηκαν από περίπου 37.000 το 2010/11 σε σχεδόν 87.000 το 2020/21.

Αλλά το ενδιαφέρον είναι ότι δημιουργήθηκαν και νέοι μεταναστευτικοί διάδρομοι. Η Ολλανδία αναδείχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους νέους προορισμούς -οι Έλληνες που ζούσαν εκεί αυξήθηκαν κατά περίπου 305% μεταξύ 2010/11 και 2020/21. Πολύ μεγάλες ποσοστιαίες αυξήσεις εμφανίζουν επίσης Νορβηγία, Ιρλανδία, Λουξεμβούργο, Φινλανδία, Αυστρία, Δανία και Ελβετία, ενώ σημαντικός προορισμός παραμένει και η Σουηδία.

Οι παλιοί υπερατλαντικοί προορισμοί -ΗΠΑ, Καναδάς, Αυστραλία- εξακολουθούν να δέχονται Έλληνες, αλλά πλέον παίζουν σαφώς μικρότερο ρόλο στις νέες ροές σε σχέση με την Ευρώπη.

Επίσης υπήρξε brain drain, αλλά παράλληλα έφυγαν και άνθρωποι μέσης ή χαμηλότερης ειδίκευσης. Συνολικά στις χώρες του ΟΟΣΑ, το ποσοστό των Ελλήνων μεταναστών που εργάζονταν σε επαγγέλματα υψηλής ειδίκευσης αυξήθηκε από 17% το 2010/11 σε 30% το 2015/16, ενώ το ποσοστό σε χαμηλής ειδίκευσης επαγγέλματα μειώθηκε από 28% σε 15%.

Στις επαγγελματικές κατηγορίες συναντάμε γιατρούς και άλλους επαγγελματίες υγείας, μηχανικούς, επιστήμονες, ερευνητές, πανεπιστημιακούς, ειδικούς πληροφορικής και τεχνολογίας, στελέχη επιχειρήσεων και διοίκησης, αλλά και εργαζομένους σε επαγγέλματα μέσης ειδίκευσης. Η περίπτωση των γιατρών είναι χαρακτηριστική: οι γεννημένοι στην Ελλάδα γιατροί που εργάζονταν σε άλλες χώρες του ΟΟΣΑ ξεπέρασαν σχεδόν τις 10.000 το 2020/21, έχοντας υπερτριπλασιαστεί από το 2000/01. Η Ελλάδα εμφανίζεται ως καθαρός «εξαγωγέας» γιατρών προς Γερμανία, Ιταλία, Σουηδία, Ελβετία, ΗΠΑ και Ηνωμένο Βασίλειο.

Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι το προφίλ των Ελλήνων διδακτόρων που έφυγαν στο εξωτερικό: το 40,3% εργάστηκε ως διδακτικό προσωπικό σε πανεπιστήμια και ερευνητικά ιδρύματα, 32,2% ως επαγγελματίες, 15% ως ερευνητές και 9,5% σε ανώτερες διοικητικές θέσεις. Και το 72,8% όσων ζούσαν και εργάζονταν στο εξωτερικό είχε φύγει μετά το 2011.

Υπήρχαν όμως τεράστιες διαφορές ανά χώρα. Στη Γαλλία, για παράδειγμα, το 72% των γεννημένων στην Ελλάδα μεταναστών ηλικίας 15–64 ετών είχε υψηλό μορφωτικό επίπεδο το 2020/21. Στο Ηνωμένο Βασίλειο 68%, στην Ελβετία 63%, στις ΗΠΑ 52% και στη Σουηδία 50%.

Αντίθετα, στη Γερμανία διατηρείται και η παλαιότερη εργατική διάσταση της ελληνικής μετανάστευσης: το 50% καταγράφεται με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο και μόνο 21% με υψηλό. 

Παράλληλα έφυγε και ένα σημαντικό ποσοστό ανθρώπων που εργάζονται στην εστίαση, καθαριστές, πωλητές, οδηγοί, εργάτες παραγωγής/βιομηχανίας, οικοδόμοι και άλλες χειρωνακτικές ή βοηθητικές ειδικότητες.

«Θα επέστρεφα αν…»


Εδώ αρχίζει να γίνεται ενδιαφέρουσα η δεύτερη ανάγνωση. Το 2026 η πρωτοβουλία BrainReGain πραγματοποιεί για τρίτη φορά την έρευνα «Θα Επέστρεφα Αν…», απευθυνόμενη σε Έλληνες και Ελληνίδες που ζουν και εργάζονται στο εξωτερικό. Ο ίδιος ο τίτλος της έρευνας περιέχει ίσως ολόκληρο το πρόβλημα. Όχι «επιστρέφω». Υπάρχει ένας όρος. Και πίσω από αυτό το «αν» βρίσκεται η πραγματική απόσταση ανάμεσα στη νοσταλγία και την απόφαση.

Οι Έλληνες του εξωτερικού δεν φαίνεται να έχουν κόψει τον δεσμό τους με την πατρίδα. Η επιστροφή εξακολουθεί να αποτελεί για πολλούς επιθυμία. Όμως η επιθυμία από μόνη της δεν αρκεί για να κλείσει κάποιος ένα σπίτι, να εγκαταλείψει μια δουλειά, να μετακινήσει μια οικογένεια και να ξαναρχίσει τη ζωή του από την αρχή. Η επιστροφή πρέπει να είναι βιώσιμη. Και εκεί ακριβώς εμφανίζονται οι όροι.

Ο μισθός δεν είναι η μοναδική απάντηση


Η προηγούμενη μεγάλη έρευνα του BrainReGain, στην οποία είχαν συμμετάσχει χιλιάδες Έλληνες του εξωτερικού, είχε ήδη αποτυπώσει με σαφήνεια το προφίλ αυτού του πληθυσμού. Πρόκειται σε σημαντικό βαθμό για ανθρώπους άνω των 35 ετών, που έχουν πλέον παραμείνει αρκετά χρόνια στο εξωτερικό. Πολλοί έχουν δημιουργήσει οικογένεια. Περίπου επτά στους δέκα συμμετέχοντες διέθεταν μεταπτυχιακό τίτλο, ενώ σημαντικό ποσοστό είχε διδακτορική ή μεταδιδακτορική εκπαίδευση.

Δεν μιλάμε πλέον, επομένως, για τον 25χρονο που βάζει δύο βαλίτσες στο αεροπλάνο και δοκιμάζει την τύχη του. Μιλάμε συχνά για έναν άνθρωπο που έχει χτίσει αλλού ζωή. Και για να επιστρέψει δεν αρκεί μια αεροπορική σύνδεση και μια καλή θέση εργασίας. Χρειάζεται να συγκρίνει δύο ολόκληρα συστήματα ζωής:

-Τι θα κερδίζει;

-Πού θα κατοικεί;

-Τι σχολείο θα βρουν τα παιδιά του;

-Πώς λειτουργεί το σύστημα υγείας;

-Ποια θα είναι η επαγγελματική εξέλιξή του;

-Θα αναγνωρίζεται η εμπειρία που απέκτησε στο εξωτερικό;

-Θα εργαστεί σε ένα περιβάλλον αξιοκρατίας;

-Και, τελικά, θα έχει την αίσθηση ότι επιστρέφει επειδή η Ελλάδα τού προσφέρει μια προοπτική ή επειδή κάποια στιγμή κουράστηκε να βρίσκεται μακριά της;

Αν κρίνουμε από το βιωτικό επίπεδο των Ελλήνων που παραμένουν στη χώρα ωστόσο, τα πράγματα δεν είναι τόσο ονειρικά και δελεαστικά για να αποφασίσει κάποιος με ευκολία να επιστρέψει. Τα εργασιακά δικαιώματα έχουν εξαφανιστεί, η ακρίβεια σε συσχετισμό με το «ταβάνι» των μέσων μισθών δημιουργεί ασφυξία και άγχος στον μέσο Έλληνα και η οργή και η ανασφάλεια αναδεικνύονται σε κορυφαία συναισθήματα σε πρόσφατες δημοσκοπήσεις που έχουν διενεργηθεί. Πώς λοιπόν αποφασίζει κάποιος να επιστρέψει σε αυτό το τοπίο;

Η επιστροφή έχει και δεύτερο ταξίδι


Υπάρχει μια πλευρά του brain gain που συζητείται πολύ λιγότερο: τι συμβαίνει μετά την επιστροφή. Στην έρευνα του BrainReGain «Μετά την Επιστροφή», με συμμετέχοντες Έλληνες που επαναπατρίστηκαν τα τελευταία χρόνια, καταγράφονται όχι μόνο τα κίνητρα αλλά και οι δυσκολίες της νέας εγκατάστασης. Και αυτές αρχίζουν πριν ακόμη φτάσει το αεροπλάνο.

Σε σχετικά ευρήματα καταγράφονται ως σημαντικές δυσκολίες η ανεπαρκής ενημέρωση από κρατικές υπηρεσίες, η συγκέντρωση δικαιολογητικών και η εξασφάλιση κατοικίας. Η λεπτομέρεια έχει σημασία. Γιατί ο επαναπατρισμός δεν ολοκληρώνεται όταν κάποιος αγοράσει εισιτήριο χωρίς επιστροφή. Ολοκληρώνεται όταν μπορεί πραγματικά να ξαναχτίσει εδώ την καθημερινότητά του. Brain gain ή απλώς επιστροφή πληθυσμού; Και εδώ χρειάζεται προσοχή.

Οι αριθμοί των επιστροφών είναι αναμφίβολα θετικοί. Δεν σημαίνουν όμως αυτομάτως ότι το ελληνικό brain drain έχει αντιστραφεί. Υπάρχει μια κρίσιμη μεθοδολογική διαφορά. Άλλο η επιστροφή Ελλήνων πολιτών και άλλο η επιστροφή του συγκεκριμένου ανθρώπινου δυναμικού υψηλής εκπαίδευσης και εξειδίκευσης που έφυγε κατά την οικονομική κρίση.

Για να μιλήσουμε με βεβαιότητα για πλήρη αντιστροφή του brain drain, δεν αρκεί να γνωρίζουμε πόσοι περνούν ξανά τα ελληνικά σύνορα. Πρέπει να γνωρίζουμε την ηλικία τους, την εκπαίδευσή τους, το επάγγελμά τους, πότε έφυγαν, γιατί επέστρεψαν και -κυρίως- αν παραμένουν. Γιατί το brain gain δεν είναι ένα αεροπορικό εισιτήριο. Είναι διάρκεια.

Μια γενιά που έμαθε να συγκρίνει

Ίσως, όμως, η μεγαλύτερη αλλαγή να βρίσκεται αλλού. Οι άνθρωποι που επιστρέφουν σήμερα δεν είναι οι ίδιοι άνθρωποι που έφυγαν. Έζησαν σε άλλες κοινωνίες. Εργάστηκαν σε διαφορετικά εργασιακά περιβάλλοντα. Είδαν διαφορετικά συστήματα διοίκησης, διαφορετικές αντιλήψεις για τον χρόνο, την αξιοκρατία, την επαγγελματική εξέλιξη, το κράτος.

Η επιστροφή τους επομένως δεν σημαίνει επιστροφή στην προηγούμενη κατάσταση. Κουβαλούν μαζί τους το ταξίδι. Και ίσως αυτό να αποτελεί το σημαντικότερο κεφάλαιο που μπορεί να κερδίσει η Ελλάδα: όχι απλώς τους επιστήμονες που έχασε, αλλά ανθρώπους που επιστρέφουν διαφορετικοί από όταν έφυγαν.

Η Ιθάκη δεν αρκεί να σε περιμένει


Το ελληνικό brain drain γεννήθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία μια ολόκληρη γενιά αισθάνθηκε ότι η χώρα της δεν μπορούσε να της προσφέρει μέλλον. Η πιθανή αντιστροφή του δεν θα κριθεί μόνο από την ανάπτυξη της οικονομίας ή από ένα φορολογικό κίνητρο.

Θα κριθεί από το αν ένας άνθρωπος που δημιούργησε μια κανονική ζωή στο Λονδίνο, στο Βερολίνο, στο Άμστερνταμ ή στη Στοκχόλμη μπορεί να κοιτάξει ξανά προς την Ελλάδα και να σκεφτεί: «Μπορώ να ζήσω εκεί;». Όχι «θέλω να γυρίσω επειδή μου λείπει». Όχι «ίσως όταν συνταξιοδοτηθώ».

Αλλά «μπορώ να επιστρέψω τώρα χωρίς να ακυρώσω όσα έχτισα». Και ίσως αυτή να είναι η πιο δύσκολη μορφή επιστροφής. Γιατί στο τέλος κάθε ταξιδιού προς μια άγνωστη Ιθάκη υπάρχει ένα παράδοξο: μπορεί να φύγεις για να αναζητήσεις έναν καλύτερο τόπο και, χρόνια αργότερα, να ανακαλύψεις ότι ο τόπος στον οποίο θέλεις να φτάσεις είναι εκείνος από τον οποίο ξεκίνησες. Μόνο που ούτε εσύ είσαι πια ο ίδιος. Ούτε η Ιθάκη έχει το δικαίωμα να παραμένει ίδια.

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΔΙΑΜΑΝΤΗ