Για τον Μάνο Θηραίο, οι λέξεις υπήρξαν από νωρίς ένα καταφύγιο... Ένας τρόπος να δημιουργεί εναλλακτικές πραγματικότητες και να συνομιλεί με όσα δεν μπορούσαν πάντοτε να ειπωθούν στην πραγματική ζωή.
Συνέντευξη στη Βίκυ Διαμάντη
Χρειάστηκε, όμως, να περάσουν χρόνια μέχρι τα κείμενα που έμεναν στα συρτάρια και στους σκληρούς δίσκους να αναζητήσουν τη θέση τους στη σκηνή. Οι «Λέξεις των Άλλων» άνοιξαν αυτή τη διαδρομή, η «Φώκια» την προχώρησε βαθύτερα και τα Θηραϊκά Θέατρα έδωσαν μορφή στο όραμα μιας νέας θεατρικής πορείας.
«Επαγγελματίας θεατής», όπως αυτοχαρακτηρίζεται, παρατηρεί τους ανθρώπους χωρίς να βιάζεται να τους κατατάξει σε αθώους και ενόχους. Τον ενδιαφέρουν οι ρωγμές, οι αντιφάσεις, οι ρόλοι που αλλάζουμε και εκείνη η ανεπαίσθητη στιγμή κατά την οποία μένουμε μόνοι απέναντι στην αλήθεια μας. Οι ήρωές του επιστρέφουν στο παρελθόν, αναζητούν τη λύτρωση και περιπλανώνται γύρω από μια Ιθάκη που, όπως πιστεύει, δεν βρίσκεται ούτε πίσω ούτε μπροστά μας: είμαστε εμείς οι ίδιοι.
Στη συζήτησή μας μιλά για τις λέξεις που αποφάσισαν να βγουν από το συρτάρι, τις απρόβλεπτες συναντήσεις που αλλάζουν μια ολόκληρη πορεία και το θάρρος που απαιτείται για να σηκώσει κανείς την άγκυρα. Γιατί το δυσκολότερο ταξίδι δεν είναι πάντοτε η επιστροφή. Είναι η απόφαση να φύγεις από όσα γνωρίζεις -και να συνεχίσεις, ακόμη κι όταν οι Σειρήνες της ανασφάλειας σε καλούν πίσω.
Μέχρι να γράψετε τις δικές σας ιστορίες, ζούσατε μέσα στις ιστορίες των άλλων. Πότε καταλάβατε ότι είχε έρθει η στιγμή να αναζητήσετε τις δικές σας λέξεις;
Η αλήθεια είναι πως τις δικές μου λέξεις τις αναζητούσα από μικρό παιδί. Η εναλλακτική πραγματικότητα των ιστοριών που διάβαζα ή που παρακολουθούσα ήταν πάντοτε το αγαπημένο μου καταφύγιο -μοναχοπαίδι γαρ. Αν μπορώ να ανατρέξω σήμερα στο πρώτο «ολοκληρωμένο» κείμενο, θα πρέπει να σας επιστρέψω στο 1981 όταν, 15 χρόνων τότε, έγραψα το πρώτο μου διήγημα. Έκτοτε, ακολούθησαν κι άλλα διηγήματα, μυθιστορήματα, θεατρικά, ιδέες για σήριαλ, τα οποία στη συντριπτική τους πλειονότητα εξυπηρετούσαν αυτήν την ανάγκη του «καταφυγίου» και της εναλλακτικής πραγματικότητας της συνθήκης που ανά περίοδο βίωνα.
Το πραγματικό σημείο καμπής για εμένα λοιπόν, δεν είναι πότε κατάλαβα πως ήρθε η στιγμή να αναζητήσω τις δικές μου λέξεις, αλλά πότε αντιλήφθηκα την ανάγκη οι δικές μου λέξεις να μην παραμείνουν σε κάποιο συρτάρι ή σε κάποιον σκληρό δίσκο, αλλά να βγουν έξω και να ακουστούν. Κι αυτή η καταλυτική για εμένα στιγμή ήρθε με τις «Λέξεις των Άλλων», το πρώτο θεατρικό μου έργο που παρουσιάστηκε στο κοινό.
Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα πως αυτό το κείμενο που είχα μπροστά μου δεν είχε επιτελέσει το έργο του απλώς και μόνο υπό τη συνθήκη της προσωπικής διαφυγής, αλλά έπρεπε να βγει προς τα έξω και οι ήρωές του να έρθουν σε επαφή με τον κόσμο και να συστηθούν. Και κάπως έτσι, την περίοδο που ακολούθησε, το συγγραφικό παρόν μου συνάντησε το παρελθόν, με τη «Φώκια», το δεύτερο θεατρικό μου έργο που ανέβηκε έναν χρόνο μετά τις «Λέξεις των Άλλων», να αποτελεί κατ’ ουσίαν διασκευή σε μονόλογο ενός μυθιστορήματος που είχα γράψει το 2005.
Στη «Φώκια» ο ήρωας μοιάζει να επιστρέφει συνεχώς στο παρελθόν για να μπορέσει να προχωρήσει. Πιστεύετε ότι όλοι κουβαλάμε μια προσωπική «Ιθάκη» που βρίσκεται τελικά πίσω μας και όχι μπροστά;Η προσωπική μας «Ιθάκη» νομίζω πως δεν βρίσκεται ούτε πίσω μας ούτε εμπρός μας. Η «Ιθάκη» μας είμαστε εμείς οι ίδιοι, άρα το ζητούμενο για να τη βρούμε είναι να ανακαλύψουμε και -το κυριότερο- να αποδεχτούμε τον πραγματικό μας εαυτό. Όσο κάνουμε κύκλους ολόγυρά του, τόσο περισσότερο κινδυνεύουμε να πέσουμε θύματα της Κίρκης, των Σειρήνων και της Καλυψούς.
Ίσως επειδή προτιμούμε να αντιμετωπίσουμε τους εξωτερικούς μας δαίμονες παρά να βρούμε το θάρρος να κοιτάξουμε κατάματα τη δική μας αλήθεια. Ίσως επειδή είναι πιο εύκολο να ρίξουμε την ευθύνη της περιπλάνησης στους άλλους, στα «τέρατα» και στις «μάγισσες», παρά να αποδεχτούμε τις δικές μας ευθύνες στη δική μας «Οδύσσεια».
Οι ήρωές σας αναζητούν λύτρωση χωρίς να τους χαρίζεται εύκολα. Είναι τελικά η λύτρωση ένας προορισμός ή μια διαρκής διαδρομή;
Ωραία θα ήταν η λύτρωση να αποτελούσε απλώς έναν προορισμό. Θα είχαμε να πιστεύουμε πως αρκεί να φτάσουμε κάπου για να πούμε πως η αναζήτηση τελείωσε. Πως τα καταφέραμε. Όμως, αναρωτιέμαι… Θα ήταν αρκετό αυτό; Η όποια πλήρωση γέμιζε την ύπαρξή μας θα μπορούσε να μας διατηρήσει σε εγρήγορση ή απλώς θα μας μεταμόρφωνε σε κάτι στάσιμο άρα και «νεκρό»;
Νομίζω πως αυτό που οφείλουμε ως έλλογα όντα είναι να εξελισσόμαστε διαρκώς. Πιστεύω πως αυτή είναι και η τραγική ειρωνεία της επίγνωσης που έχουμε για το πεπερασμένο της ζωής μας. Η γνώση ότι κάποια στιγμή θα πεθάνουμε είναι αυτή που γεννά και κινητοποιεί τη ματαιοδοξία μας, πως πρέπει, πως είναι ανάγκη να αφήσουμε κάτι πίσω ώστε να μας θυμούνται μετά τον θάνατό μας.
Για κάποιους είναι παιδιά και οικογένεια, για άλλους περιουσία, για άλλους η Τέχνη. Άρα, η λύτρωση οφείλει να είναι μια διαρκής διαδρομή, μια χίμαιρα που όσο την κυνηγάμε τόσο περισσότερο νιώθουμε ζωντανοί και πως έχουμε να εκπληρώσουμε κάποιον σκοπό. Όσο απλός ή σύνθετος είναι αυτός ο σκοπός, ακόμα κι αν έχει να κάνει με τον τρόπο που αγαπάμε ή που αφήνουμε τους άλλους να μας αγαπήσουν.
Στις «Λέξεις των Άλλων» οι άνθρωποι αλλάζουν συνεχώς ρόλους και μάσκες. Υπάρχει άραγε μια στιγμή που μένουμε πραγματικά γυμνοί απέναντι στον εαυτό μας;
Νομίζω πως είναι εκείνη η απειροελάχιστη στιγμή στον χρόνο, δευτερόλεπτα προτού μας πάρει ο ύπνος. Εκείνο το χαμένο στον χωροχρόνο πέρασμα από το συνειδητό στο ασυνείδητο, όταν το μυαλό κάνει ακούσια τον απολογισμό της ημέρας που πέρασε και ταυτόχρονα οργανώνει την επόμενη. Εκείνη τη στιγμή, μπορείς να δεις τον εαυτό σου να στέκει ολόγυμνος απέναντί σου και να σε κοιτάζει. Το θέμα είναι εάν έχεις τα κότσια να τον κοιτάξεις κι εσύ.
Οι σχέσεις πατέρα και παιδιού διατρέχουν έντονα τη «Φώκια». Πότε σταματά κανείς να είναι παιδί και αρχίζει να γίνεται ο άνθρωπος που ο ίδιος επιλέγει να είναι;Μπορεί να ακουστώ λίγο αιρετικός, όμως πιστεύω ακράδαντα πως από παιδιά είμαστε ο άνθρωπος που επιλέγουμε να είμαστε. Δεν υπάρχει κάποια στιγμή επιφοίτησης ή αυτονομίας. Η έκφραση αυτού που επιλέγουμε να είμαστε είναι που περιορίζεται λόγω αντικειμενικών συνθηκών όσο είμαστε παιδιά.
Αναρωτιέμαι, όμως, εάν όντως υπάρχει μια στιγμή στη ζωή μας που επιτρέπουμε να μας συστήσουμε ως αυτοί που επιλέγουμε να είμαστε ή εάν οι κοινωνικές, επαγγελματικές, προσωπικές ή οι όποιες συμβάσεις μάς αναγκάζουν να ζούμε υπό τη συνθήκη ενός παιδιού που πρέπει να λογοδοτήσει σε οποιαδήποτε μορφή εξουσίας επηρεάζει τη λειτουργία μας. Ενδεχομένως πάλι να μην είναι προαπαιτούμενο να εξαφανίσουμε το παιδί που κάποτε υπήρξαμε από μέσα μας. Είναι αναζωογονητική η ανάγκη μας για παιχνίδι και σκανδαλιά.
Αυτός είναι και ο λόγος που θεωρώ πραγματική ευλογία τη στιγμή που γνωρίζουμε αυτόν τον έναν άνθρωπο στη ζωή μας, με τον οποίο μπορούμε να είμαστε αυτοί που είμαστε και ταυτόχρονα να συνυπάρχουμε ξανά με την αφέλεια και την αμεσότητα του παιδιού που έχουμε κρατημένο μέσα μας.
Έχετε πει ότι το πρώτο έργο που ανέβηκε ήταν αποτέλεσμα μιας «συμπαντικής συγκυρίας». Πόσο πιστεύετε ότι η ζωή καθορίζεται από τις επιλογές μας και πόσο από τις απρόβλεπτες συναντήσεις της;
Ναι, είναι αλήθεια, πιστεύω όντως πως ο τρόπος με τον οποίο ανέβηκαν τελικά στη σκηνή οι «Λέξεις των Άλλων» τον Μάρτιο του 2025 υπήρξε αποτέλεσμα μιας μικρής ταλάντωσης του σύμπαντος. Είτε επειδή την τελευταία στιγμή τα πάντα βρήκαν τον δρόμο τους είτε επειδή όλες οι αναποδιές που είχαν προηγηθεί εν τέλει δεν ήταν εμπόδια αλλά η μετακίνηση ανθρώπων και συνθηκών ώστε να συναντηθούν αυτοί που έπρεπε να συναντηθούν.
Δεν είμαι μοιρολάτρης, δεν θεωρώ ότι είμαστε έρμαια μιας προκαθορισμένης διαδρομής, όμως την ίδια στιγμή δεν μπορώ παρά να αποδεχτώ τη μαγεία στο σύμπαν όταν οι δικές μας προσωπικές επιλογές συναντούν τη σωστή στιγμή τις προσωπικές επιλογές κάποιου άλλου. Κι αυτό το αποδέχομαι ως ένα μικρό big bang που γεννά ένα νέο σύμπαν.
Στην προκειμένη περίπτωση, η τυχαία συνάντησή μας με τον Βλάση Πασιούδη, όπως αποδείχθηκε, δεν εξυπηρέτησε απλώς την ανάγκη να βρεθεί τελευταία στιγμή αντικαταστάτης ηθοποιός για τον ρόλο του «Άρη». Αντιθέτως, απέδειξε πως ο «Άρης» περίμενε υπομονετικά τον Βλάση για να του δώσει όψη και ψυχή, ενώ χάρη σε αυτήν τη συνάντηση γεννήθηκε η «Φώκια», γεννήθηκε η εταιρεία μας, τα Θηραϊκά Θέατρα, θεμελιώνεται ο θεατρικός πυρήνας που οραματιζόμαστε και εν γένει μια νέα πορεία, της οποίας τις επόμενες τυχαίες συναντήσεις περιμένουμε με ανυπομονησία.
Ως άνθρωπος που αυτοχαρακτηρίζεται «επαγγελματίας θεατής», τι σας έχει διδάξει περισσότερο το να παρατηρείτε τους άλλους πριν αρχίσετε να γράφετε γι' αυτούς;
Το πόσο ίδιοι και ταυτόχρονα πόσο μοναδικά διαφορετικοί είναι οι άνθρωποι μεταξύ τους. Ακούς τυχαίες συζητήσεις δίπλα σου -στο μετρό, στο διπλανό τραπέζι- και νιώθεις πως ταυτίζεσαι με τη συνθήκη και την όλη κατάσταση, μέχρι που μία και μόνη λέξη μπορεί να αντιστρέψει τα πάντα και να καταλάβεις πως ο άνθρωπος αυτός στέκει εντελώς κόντρα, απέναντί σου. Ή μπορεί να συμβεί και το αντίθετο… Κάποιος που αρχικά φαντάζει απίστευτα ξένος προς την ιδιοσυγκρασία σου να αποδειχτεί πως τελικά σού μοιάζει περισσότερο από όσο μπορούσες να φανταστείς καν.
Είναι αυτές οι μικρές στιγμές «καθρεφτισμού» που με κάνουν να βλέπω εναλλακτικά σύμπαντα, να φαντάζομαι αυτό το «what if» σενάριο όπου δύο αντίθετοι άνθρωποι συναντιούνται για να αντιληφθούν πως εν τέλει είναι ίδιοι ή πώς ένας δεσμός δύο φαινομενικά αρμονικών συνοδοιπόρων μπορεί να οδηγήσει στον όλεθρο. Ας πούμε πως με ιντριγκάρει να συνδυάζω κομμάτια από το παζλ της ζωής ολόγυρα και να εξετάζω τις πιθανότητες, ώστε να μπορέσω να απαντήσω σε δικά μου αναπάντητα ερωτήματα. Spoiler alert: τις απαντήσεις δεν τις έχω βρει, οπότε συνεχίζω να γράφω.
Οι χαρακτήρες σας δεν μοιάζουν ούτε αθώοι ούτε ένοχοι. Σας ενδιαφέρει περισσότερο να εξηγήσετε έναν άνθρωπο παρά να τον κρίνετε;Είναι πολύ εύκολο και πολύ επιφανειακό να κρίνεις κάποιον. Ταυτόχρονα, είναι πολύ απλοϊκό και ενδεχομένως ενοχικό να δικαιολογείς τους πάντες. Ο κάθε ένας από εμάς αποτελεί έναν μικρόκοσμο εμπειριών, βιολογίας, καλλιέργειας, ανατροφής και προσωπικών επιλογών που συνθέτουν τη μεγάλη εικόνα του εαυτού μας. Δεν μπορείς να κρίνεις αν κάποιος κάνει το σωστό ή το λάθος. Ούτε να τον καταδικάσεις μπορείς ούτε και να τον δικαιολογήσεις, ειδικά εάν οι πράξεις του είναι αποτρόπαιες. Αυτό που μπορείς να κάνεις όμως είναι να σταθείς ένα βήμα πιο πίσω και να παρατηρήσεις τον τρόπο, τον λόγο και τη διαδρομή που έφεραν τον άνθρωπο αυτόν στο συγκεκριμένο σημείο όπου τον παρατηρείς.
Και τότε είναι η στιγμή -σε ό,τι με αφορά προσωπικά τουλάχιστον- που φιλτράρεις τα δεδομένα μέσα από τις δικές σου εμπειρίες και αντιλαμβάνεσαι τις δικές σου πιθανές αντιδράσεις εντός των συγκεκριμένων συνθηκών ή που αναλογίζεσαι τη δική σου σχέση με αυτόν τον άνθρωπο. Ταξίδι αυτογνωσίας είναι περισσότερο, το οποίο δεν μπορώ να πω ότι με έχει οδηγήσει κάπου συγκεκριμένα, αλλά τουλάχιστον μου επιτρέπει να με μαθαίνω καλύτερα, χωρίς απαραίτητα να μου αρέσει πάντα η κάθε νέα πληροφορία που συλλέγω για εμένα. Κανείς ποτέ δεν είναι μόνο αθώος ή μόνο ένοχος. Η ζωή θα ήταν πολύ πιο απλή έτσι και πολύ πιο ανιαρή.
Αν η ζωή ήταν πραγματικά μια Οδύσσεια, ποιο πιστεύετε ότι είναι το δυσκολότερο ταξίδι; Να φύγουμε, να επιστρέψουμε ή να αναγνωρίσουμε ότι έχουμε ήδη φτάσει;
Να φύγουμε. Αναμφισβήτητα. Η απόφαση να εγκαταλείψουμε αυτά που έχουμε μάθει και που μας βολεύουν είναι η πιο δύσκολη. Η μετακίνηση από τη ζώνη ασφαλείας μού προκαλεί πανικό -θέμα ιδιοσυγκρασίας, βλέπετε. Όταν όμως το πάρω απόφαση, είτε από προσωπική επιλογή είτε χάρη σε αυτές τις μικρές ταλαντώσεις του σύμπαντος στις οποίες αναφέρθηκα και νωρίτερα, τότε το ταξίδι αποδεικνύεται μεγαλειώδες. Και ξέρετε ποιο είναι το άκρως σημαντικό άπαξ και σηκώσεις την άγκυρα; Πως κάθε φορά που νομίζεις πως έφτασες στον προορισμό σου, η θάλασσα ανοίγεται ακόμα περισσότερο μπροστά σου, οπότε δεν κατεβαίνεις ποτέ από το καράβι. Κι ας σε καλούν οι «Σειρήνες» της ανασφάλειας, του φοβικού εαυτού σου και της εύκολης βολής.
Αν μπορούσατε να αφήσετε μία μόνο φράση σε έναν άνθρωπο που βρίσκεται σήμερα στη δική του εσωτερική αναζήτηση, ποια θα ήταν;
«Είμαι εδώ».





