Η ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

 


Είναι εκείνη η στιγμή που όλα κυλούν αργά… Οι ήχοι του φωταγωγού λιγοστεύουν καθώς ο ιδρώτας ποτίζει το κορμί, λίγα πιατικά στον νεροχύτη και τα μαχαιροπίρουνα ακούγονται και μικροί ψίθυροι. Τα τζιτζίκια τα βράδια λαλούν υπενθυμίζοντας ότι βρίσκεσαι στο μέσον του θέρους…

Οι σκέψεις θεριεύουν τα βράδια, σου γεμίζουν το μυαλό, και αναρωτιέσαι τι πήγε λάθος… Το σώμα ασφυκτιά... Οι σκέψεις απλώνονται μέσα σου όπως το αδιάκοπο τραγούδι των τζιτζικιών, ώσπου δεν ξεχωρίζεις πια τον ήχο από τη μνήμη.

Τα απογεύματα έχουν χρώμα πορτοκαλί, σαν ίχνος του ήλιου που αγκαλιάζει τη μέρα, μα το χέρι δεν έχει πού να κρατηθεί… Τα σχέδια και τα όνειρα αραδιασμένα σε τετράδιο ιχνογραφίας ψάχνουν πώς θα γίνουν ζωή.

Η πολύβουη πόλη σε ενοχλεί... Το γραφείο σε πνίγει… Αφήνεις μόνο του το πληκτρολόγιο…

Είναι μεσοκαλόκαιρο και όλα μοιάζουν να κινούνται σε ραστώνη, μόνο τα δέντρα γεμάτα καρπούς που θέλουν να σου γλυκάνουν το στόμα μοιάζουν να ζουν σε ρυθμούς εντατικούς.

Κάπου στο βάθος ακούγεται ένα ραδιόφωνο να παίζει τζαζ και εσύ κινείς το σώμα σου στον ρυθμό και γυρίζεις μία νέα σελίδα… Κοιτάς μακριά τη θάλασσα και τρέχεις σαν διψασμένος από καιρό στην αγκαλιά της για κάθαρση… Σαν να επιστρέφεις, έστω για μια στιγμή, στον εαυτό σου.


ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΔΙΑΜΑΝΤΗ