Στις δεκαετίες από τα 90ς έως σήμερα αλλάξαμε ρούχα, σώματα, λέξεις. Μιλήσαμε για απελευθέρωση, επιθυμία, πρόκληση. Μάθαμε να μη ντρεπόμαστε για το σεξ -δεν μάθαμε, όμως, με την ίδια ταχύτητα να αναγνωρίζουμε την εξουσία μέσα σε αυτό.
Ο έλεγχος βαφτίστηκε ενδιαφέρον, η ζήλια έρωτας, η πίεση διεκδίκηση, η κτητικότητα πάθος. Και η βία, αλλάζοντας λεξιλόγιο, συνέχισε να περνά από γενιά σε γενιά, ώσπου έφτασε στο σήμερα με το πιο ακραίο της όνομα: γυναικοκτονία.
Η βία δεν αρχίζει πάντοτε με ένα χτύπημα. Πολύ πριν ακουστεί ο πρώτος κρότος, έχουν προηγηθεί λέξεις, βλέμματα, απαγορεύσεις και μικρές μετατοπίσεις των ορίων. Η ζήλια έχει ονομαστεί έρωτας, ο έλεγχος ενδιαφέρον, η επιτήρηση φροντίδα. Η πίεση για σεξ έχει παρουσιαστεί ως επιθυμία, η παραβίαση των ορίων ως τόλμη και η κτητικότητα ως απόδειξη ενός μεγάλου πάθους.
Έτσι κατασκευάζεται η κανονικοποίηση: όχι επειδή μια κοινωνία δηλώνει ανοιχτά ότι αποδέχεται τη βία, αλλά επειδή μαθαίνει να μην αναγνωρίζει πολλές μορφές της. Επειδή τις εντάσσει στη φυσιολογική λειτουργία μιας ερωτικής σχέσης. Επειδή θεωρεί αναμενόμενο ο άνδρας να διεκδικεί και η γυναίκα να υποχωρεί, εκείνος να επιμένει και εκείνη να πείθεται, εκείνος να θυμώνει και εκείνη να αναρωτιέται τι έκανε για να τον προκαλέσει.
Για να καταλάβουμε πώς φτάσαμε στη σημερινή πραγματικότητα, χρειάζεται να επιστρέψουμε στη δεκαετία του 1990. Όχι επειδή τότε γεννήθηκε η βία. Η βία, η γυναικεία υποτέλεια και τα σεξουαλικά διπλά πρότυπα υπήρχαν πολύ νωρίτερα. Στα ’90s, όμως, άλλαξε ριζικά η δημόσια γλώσσα γύρω από το σώμα, την επιθυμία και τις σχέσεις. Η Ελλάδα επιχείρησε το περιβόητο «ξεβλάχεμά» της, αφήνοντας πίσω ορισμένες απαγορεύσεις, χωρίς να εγκαταλείψει όλες τις παλιές σχέσεις εξουσίας.
Το αποτέλεσμα υπήρξε αντιφατικό: απελευθερώθηκε η εικόνα του σώματος, όχι πάντοτε το ίδιο το σώμα. Απενοχοποιήθηκε η επιθυμία, όχι απαραίτητα η συναίνεση. Αναγνωρίστηκε το δικαίωμα στη σεξουαλική εμπειρία, όχι όμως στον ίδιο βαθμό το δικαίωμα της γυναίκας να καθορίζει τους όρους της.
Η δεκαετία που θα μας έκανε «σύγχρονους»
Η δεκαετία του ’90 ήρθε στην Ελλάδα με ιδιωτική τηλεόραση, lifestyle περιοδικά, νέα καταναλωτικά πρότυπα, νυχτερινές εκπομπές, διαφημίσεις και εικόνες που ταξίδευαν όλο και ταχύτερα από το εξωτερικό. Η σεξουαλικότητα βγήκε από τον ψίθυρο του ιδιωτικού χώρου και εγκαταστάθηκε στη δημόσια εικόνα. Το γυναικείο σώμα απέκτησε πρωταγωνιστικό ρόλο στην τηλεόραση, στα περιοδικά, στη μόδα και στη διαφήμιση.
Η μελέτη του ιστορικού Παναγιώτη Ζεστανακή για τις αναπαραστάσεις της θηλυκότητας στα ελληνικά Μέσα των δεκαετιών του 1980 και του 1990 καταγράφει αυτή τη μετάβαση. Στα ’80s, τα ελληνικά Μέσα απείχαν ακόμη από τις διεθνείς τάσεις που επέβαλλαν το λεπτό, σφιχτό και γυμνασμένο σώμα. Τα γυναικεία σύμβολα του σεξ προέρχονταν κυρίως από τον κινηματογράφο και διέθεταν συχνά πιο πληθωρική σωματική παρουσία.
Στα ’90s, όμως, ο μηχανισμός άλλαξε. Τα νέα πρότυπα δεν προέρχονταν πλέον μόνο από το σινεμά, αλλά από το μόντελινγκ, τον αθλητισμό, την τηλεόραση και τη διαρκώς αναπτυσσόμενη lifestyle βιομηχανία. Τα πρότυπα ομορφιάς έγιναν αυστηρότερα: λεπτότητα, γράμμωση, νεανικότητα, γυμναστική και διαρκής έλεγχος της εμφάνισης. Ο κινηματογράφος έχασε σταδιακά τον κεντρικό του ρόλο στην κατασκευή των συμβόλων του σεξ και η αισθητική του άρχισε να συγκλίνει με εκείνη της τηλεόρασης και της διαφήμισης.
Η γυναίκα έγινε περισσότερο ορατή, όχι όμως υποχρεωτικά περισσότερο ελεύθερη. Για να ανήκει στον καινούργιο κόσμο, έπρεπε να συμμορφωθεί με ένα αυστηρότερο σωματικό ιδεώδες. Το σώμα της εμφανιζόταν παντού, ενώ συγχρόνως αξιολογούταν, μετριόταν και καταναλωνόταν.
Η μελέτη αυτή δεν αποδεικνύει ότι η αλλαγή των μιντιακών προτύπων έκανε τους άνδρες βιαιότερους. Αποτυπώνει όμως το πολιτισμικό περιβάλλον μέσα στο οποίο η γυναικεία χειραφέτηση συνδέθηκε στενά με την εμφάνιση, τη σεξουαλική διαθεσιμότητα και την ικανότητα της γυναίκας να ανταποκρίνεται σε ένα νέο πρότυπο επιθυμητού σώματος.
Δεν απελευθερωθήκαμε όλοι με τον ίδιο τρόπο
Η σεξουαλική απελευθέρωση δεν εφαρμόστηκε ισότιμα. Για αρκετούς άνδρες μπορούσε να σημαίνει περισσότερες κατακτήσεις χωρίς συναισθηματική ευθύνη, κοινωνική επιβράβευση για τον αριθμό των ερωτικών συντρόφων και αντιμετώπιση της εξαπάτησης ως παιχνιδιού αποπλάνησης. Η γυναικεία συναισθηματική εμπλοκή μπορούσε να παρουσιαστεί ως αφέλεια, εξάρτηση ή αδυναμία κατανόησης των νέων όρων.
Για πολλές γυναίκες, αντίθετα, η φαινομενική ελευθερία συνοδευόταν από μια καινούργια απαίτηση: να είναι σεξουαλικά διαθέσιμες, επιθυμητές και «ανοιχτόμυαλες», χωρίς να ζητούν πολλά, χωρίς να προσδοκούν αναγκαστικά μια σχέση και κυρίως χωρίς να διαμαρτύρονται όταν πληγώνονται. Έπρεπε να αποδεχθούν τους νέους κανόνες, διαφορετικά κινδύνευαν να χαρακτηριστούν συντηρητικές, κολλημένες ή δραματικές.
Παλιές μορφές εξουσίας άρχισαν έτσι να φορούν μοντέρνα ονόματα. Η συναισθηματική ανευθυνότητα ονομάστηκε «ελευθερία». Η εξαπάτηση «παιχνίδι». Η αντικειμενοποίηση «απενοχοποίηση». Η χρήση ενός ανθρώπου για σεξ «δικαίωμα στην απόλαυση». Η πίεση για πράξεις που δεν επιθυμούσε «σεξουαλική τόλμη». Η αιφνίδια εξαφάνιση «ανεξαρτησία».
Αυτό δεν σημαίνει ότι το περιστασιακό σεξ, οι συναινετικές πρακτικές kink ή η μη μονογαμία αποτελούν κακοποίηση. Η διαχωριστική γραμμή δεν βρίσκεται στο πόσο συμβατική ή αντισυμβατική είναι μια ερωτική επιλογή. Βρίσκεται στην ενημερωμένη συναίνεση, στην ειλικρίνεια, στην ισοτιμία και στον σεβασμό των ορίων.
Η ελεύθερη σεξουαλικότητα προϋποθέτει ότι όλοι γνωρίζουν το είδος της σχέσης στην οποία συμμετέχουν και έχουν πραγματική δυνατότητα να πουν «όχι» ή να αποχωρήσουν. Η εκμετάλλευση αρχίζει όταν κάποιος αποκρύπτει την πρόθεσή του, καλλιεργεί ψεύτικες προσδοκίες ή πιέζει τον άλλον να αποδείξει πόσο «ανοιχτόμυαλος» είναι. Το σύγχρονο λεξιλόγιο δεν μετατρέπει αυτομάτως μια άνιση σχέση σε απελευθερωμένη.
Τα «διπλά πρότυπα» δεν εξαφανίστηκαν
Η αντίληψη ότι οι άνδρες και οι γυναίκες πρέπει να αξιολογούνται διαφορετικά για την ίδια σεξουαλική συμπεριφορά δεν αποτελεί μόνο ανάμνηση μιας συντηρητικής κοινωνίας. Διεθνής μετα-ανάλυση 99 μελετών, με συνολικά 123.343 συμμετέχοντες και έρευνες που εκτείνονται σε περισσότερες από πέντε δεκαετίες, κατέληξε ότι τα παραδοσιακά σεξουαλικά διπλά πρότυπα παραμένουν παρόντα.
Ο άνδρας που έχει πολλές σεξουαλικές εμπειρίες συχνά θεωρείται επιτυχημένος, έμπειρος ή επιθυμητός. Η γυναίκα με την ίδια συμπεριφορά κινδυνεύει να χαρακτηριστεί εύκολη, επιπόλαιη ή αναξιόπιστη. Ο άνδρας αναμένεται να είναι δραστήριος, κυριαρχικός και διεκδικητικός. Η γυναίκα καλείται να είναι επιθυμητή, αλλά όχι υπερβολικά διαθέσιμη· απελευθερωμένη, αλλά όχι ανεξέλεγκτη. Έμπειρη, αλλά όχι περισσότερο απ’ όσο αντέχει το κοινωνικό βλέμμα.
Αυτή η αντίφαση δεν αφορά μόνο την ηθική αξιολόγηση της σεξουαλικής ζωής. Επηρεάζει και το πώς αντιλαμβανόμαστε τη συναίνεση. Όταν η ανδρική επιμονή θεωρείται φυσιολογική και η γυναικεία άρνηση μέρος του ερωτικού παιχνιδιού, το «όχι» κινδυνεύει να χάσει το αυτονόητο νόημά του.
Όταν η πίεση θεωρείται δικαιολογημένη
Η ελληνική έρευνα Youth4Youth, η οποία πραγματοποιήθηκε το 2012 σε 699 μαθητές και μαθήτριες ηλικίας 15 έως 20 ετών από τέσσερα δημόσια λύκεια της Αττικής, αποτυπώνει με οδυνηρή καθαρότητα αυτόν τον μηχανισμό. Η έρευνα δεν είναι πανελλαδικά αντιπροσωπευτική, αποτελεί όμως μια σημαντική καταγραφή των αντιλήψεων νέων ανθρώπων γύρω από τις σχέσεις, τη σεξουαλική πίεση και τη βία.
Το 50,2% των αγοριών και το 17,1% των κοριτσιών θεωρούσε ότι είναι έστω και μερικές φορές αποδεκτό ένα αγόρι να πιέσει ένα κορίτσι να κάνει σεξ, εάν εκείνη φλέρταρε μαζί του όλο το βράδυ. Όταν το ζευγάρι «έβγαινε μαζί», το αντίστοιχο ποσοστό ανέβαινε στο 54,9% για τα αγόρια και στο 21,5% για τα κορίτσια.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικές ήταν οι απαντήσεις γύρω από τη δικαιολόγηση της βίας. Το 90,9% των αγοριών και το 83,6% των κοριτσιών δεχόταν ότι, τουλάχιστον κάποιες φορές, οι άνδρες γίνονται βίαιοι επειδή οι γυναίκες «τους προκαλούν». Το 66,8% των αγοριών και το 54,4% των κοριτσιών αποδεχόταν ως πιθανή εξήγηση ότι οι γυναίκες υφίστανται βία επειδή «τους αρέσει». Το 75,8% των αγοριών και το 65,5% των κοριτσιών απέδιδε τη βία και στο ότι οι γυναίκες «δεν είναι αρκετά υπομονετικές».
Οι μαθητές δεν δήλωναν γενικά ότι η βία είναι σωστή. Όταν, όμως, η ίδια συμπεριφορά τοποθετούταν στο περιβάλλον μιας σχέσης, ενός φλερτ, μιας ζήλιας ή μιας σεξουαλικής προσδοκίας, μετατρεπόταν για πολλούς σε κάτι διαπραγματεύσιμο. Η προηγούμενη οικειότητα εμφανιζόταν να περιορίζει το δικαίωμα της γυναίκας να αρνηθεί.
Αυτό είναι η κανονικοποίηση στην πιο καθαρή μορφή της: η βία αποδοκιμάζεται ως αφηρημένη έννοια, αλλά δικαιολογείται όταν της προσφέρεται μια γνώριμη ιστορία.
Η βία που βιώνεται αλλά δεν ονομάζεται
Η πρώτη πανελλαδική επιδημιολογική έρευνα του ΚΕΘΙ για την ενδοοικογενειακή βία πραγματοποιήθηκε το 2002–2003 σε 1.200 γυναίκες ηλικίας 18 έως 60 ετών. Το 56% ανέφερε ότι είχε βιώσει λεκτική ή ψυχολογική κακοποίηση, το 3,6% σωματική και το 3,5% σεξουαλική κακοποίηση. Ωστόσο, μόνο το 8,8% χαρακτήριζε τον σύζυγο ή σύντροφό του βίαιο.
Η απόσταση ανάμεσα στο 56% που αναφέρει λεκτικές ή ψυχολογικές κακοποιητικές συμπεριφορές και στο 8,8% που χρησιμοποιεί τη λέξη «βίαιος» είναι ίσως το σαφέστερο ελληνικό στοιχείο για τη δυσκολία αναγνώρισης της βίας. Δεν σημαίνει ότι όλες οι γυναίκες είχαν βιώσει καταστάσεις ίδιας συχνότητας και βαρύτητας. Δείχνει, όμως, ότι πολλές επιθετικές και ελεγκτικές συμπεριφορές είχαν ενσωματωθεί στη φυσιολογική εικόνα της σχέσης.
Αν η βία ορίζεται μόνο ως σωματικό χτύπημα, τότε η ταπείνωση, η συστηματική προσβολή, η απομόνωση, η οικονομική εξάρτηση, η απειλή και ο έλεγχος παραμένουν χωρίς όνομα. Και ό,τι δεν έχει όνομα, δύσκολα καταγγέλλεται.
Ανάλογη έρευνα του 2003 σε 486 κορίτσια και νέες γυναίκες ηλικίας 15 έως 21 ετών κατέγραψε ότι μία στις πέντε θεωρούσε αποδεκτή, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, τη σωματική βία από έναν σύντροφο -για παράδειγμα σε περίπτωση απιστίας- καθώς και την εξαναγκασμένη σεξουαλική επαφή μέσα στον γάμο.
Το στοιχείο είναι παλαιότερο και σίγουρα θα είχε ενδιαφέρον να δούμε πώς μπορεί να έχει μεταβληθεί με κάποια νεότερη έρευνα. Παραμένει, όμως, κρίσιμη ιστορική ένδειξη: οι ίδιες οι γυναίκες μπορούν να εσωτερικεύσουν το σύστημα που τις καθιστά υπεύθυνες για τη βία που δέχονται.
Η Ελλάδα του 2025: ελευθερία και έλεγχος μαζί
Το World Values Survey του 2025 δείχνει μια Ελλάδα σαφώς πιο ανεκτική απέναντι σε επιλογές που πριν από μερικές δεκαετίες προκαλούσαν κοινωνική καταδίκη. Το προγαμιαίο σεξ συγκεντρώνει βαθμό αποδοχής 8 στα 10 και το διαζύγιο 7,4. Η αποδοχή της ομοφυλοφιλίας και της άμβλωσης έχει αυξηθεί σημαντικά σε σχέση με το 2017.
Πίσω από την εικόνα της προόδου, ωστόσο, παραμένουν σοβαρές αντιφάσεις. Οι άνδρες συμφωνούν σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό από τις γυναίκες -με διαφορά 14,8 ποσοστιαίων μονάδων- ότι ένας άνδρας που έχει σύζυγο ή σύντροφο πρέπει να γνωρίζει ανά πάσα στιγμή πού βρίσκεται εκείνη.
Το 27,2% εξακολουθεί να θεωρεί ότι, όταν οι θέσεις εργασίας είναι περιορισμένες, πρέπει να προηγούνται οι άνδρες. Το ποσοστό έχει μειωθεί κατά περίπου δέκα μονάδες από το 2017, παραμένει όμως μεγαλύτερο από ένας στους τέσσερις. Παράλληλα, το 16% πιστεύει ότι η πανεπιστημιακή εκπαίδευση είναι σημαντικότερη για ένα αγόρι παρά για ένα κορίτσι, έναντι 8% το 2017.
Τα ευρήματα δείχνουν ότι η κοινωνική αλλαγή δεν κινείται σε ευθεία γραμμή. Μπορούμε να αποδεχόμαστε το προγαμιαίο σεξ και συγχρόνως να θεωρούμε φυσιολογικό τον έλεγχο της συντρόφου. Να υπερασπιζόμαστε την προσωπική ελευθερία αλλά να διατηρούμε βαθιά ριζωμένες αντιλήψεις για την προτεραιότητα, την αυθεντία και την υπεροχή του άνδρα.
Η ελληνική κοινωνία φαίνεται να απενοχοποίησε την επιθυμία γρηγορότερα απ’ όσο αποδόμησε την ανδρική εξουσία.
Οι νέες λέξεις και οι παλιές συμπεριφορές
Σήμερα διαθέτουμε περισσότερες λέξεις για να περιγράψουμε τις προβληματικές σχέσεις: ghosting, breadcrumbing, love bombing, gaslighting, coercive control. Οι λέξεις αυτές μπορούν να λειτουργήσουν απελευθερωτικά, επειδή βοηθούν κάποιον να αναγνωρίσει μια συμπεριφορά που μέχρι χθες τον μπέρδευε ή τον έκανε να αμφιβάλλει για τον εαυτό του.
Υπάρχει, όμως, και μια δεύτερη πλευρά. Η ξενόγλωσση ορολογία μπορεί να κάνει ορισμένες συμπεριφορές να ακούγονται πιο ανάλαφρες ή σχεδόν αναπόφευκτες. Το ghosting μπορεί να παρουσιαστεί ως απλή δυσκολία επικοινωνίας, ακόμη και όταν έχει προηγηθεί συστηματική καλλιέργεια εμπιστοσύνης. Το breadcrumbing μπορεί να μοιάζει με αδέξιο φλερτ, ενώ στην πραγματικότητα κρατά κάποιον σε διαρκή αναμονή. Το love bombing μπορεί να εκληφθεί ως μεγάλος έρωτας πριν μετατραπεί σε έλεγχο και υποτίμηση.
Δεν είναι κάθε συναισθηματικά ανεύθυνη συμπεριφορά βία και δεν πρέπει να ισοπεδώνονται οι διαφορές ανάμεσα στην ασυνέπεια, την εξαπάτηση, την ψυχολογική κακοποίηση και στο έγκλημα. Η κλιμάκωση, όμως, συχνά αρχίζει από συμπεριφορές που το περιβάλλον αντιμετωπίζει ως φυσιολογικές: απαίτηση διαρκούς ενημέρωσης, έλεγχος του κινητού, απομάκρυνση από φίλους, ζήλια, απειλές εγκατάλειψης, σεξουαλική πίεση, ταπείνωση.
Όταν η δημοσιογραφία αποσιωπά τη ρίζα
Η κανονικοποίηση δεν παράγεται μόνο μέσα στην οικογένεια ή τη σχέση. Παράγεται και στον δημόσιο λόγο. Η έρευνα του ΕΚΚΕ για λογαριασμό του ΚΕΘΙ, η οποία πραγματοποιήθηκε το 2020-2021, εξέτασε περισσότερους από 160 επαγγελματίες, περισσότερα από 2.500 δημοσιεύματα του ημερήσιου Τύπου και χιλιάδες αναρτήσεις και αναδημοσιεύσεις στο Twitter.
Η έρευνα κατέδειξε ότι τα πατριαρχικά στερεότυπα παραμένουν βαθιά ριζωμένα και ότι ο Τύπος συχνά παρουσιάζει την ενδοοικογενειακή βία ως ένα έκτακτο, σπάνιο ή ανεξήγητο περιστατικό. Η δραματοποίηση συνυπάρχει με μια ουσιαστική σιωπή γύρω από τον συστημικό χαρακτήρα της βίας.
«Οικογενειακή τραγωδία», «έγκλημα πάθους», «την σκότωσε επειδή την ζήλευε», «θόλωσε όταν εκείνη τον εγκατέλειψε». Τέτοιες διατυπώσεις δεν περιγράφουν απλώς ένα έγκλημα. Κατασκευάζουν ένα ερμηνευτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ο δράστης εμφανίζεται έρμαιο του πάθους του και η απόφαση της γυναίκας να φύγει μετατρέπεται σε αφορμή της δολοφονίας.
Η ζήλια, όμως, δεν αποτελεί εξήγηση της βίας. Αποτελεί μέρος της. Και η αποχώρηση της γυναίκας από μια σχέση δεν προκαλεί τον δράστη, αλλά αποκαλύπτει την αδυναμία του να αποδεχθεί ότι εκείνη δεν του ανήκει.
Από την κανονικοποίηση στη γυναικοκτονία
Η γυναικοκτονία δεν είναι ένα ξαφνικό, απομονωμένο ξέσπασμα. Συχνά αποτελεί το τελευταίο στάδιο μιας διαδρομής ελέγχου, απειλών και κλιμακούμενης βίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε ζηλότυπη ή χειριστική σχέση θα οδηγήσει σε ανθρωποκτονία. Σημαίνει ότι οι γυναικοκτονίες δεν μπορούν να ερμηνεύονται χωρίς να εξετάζεται το υπόβαθρο της κατοχής και της ανδρικής εξουσίας.
Επιστημονική μελέτη για τις ενδοοικογενειακές ανθρωποκτονίες και τις γυναικοκτονίες στην Ελλάδα την περίοδο 2010–2021 κατέγραψε ότι οι ενδοοικογενειακές ανθρωποκτονίες αποτελούσαν κατά μέσο όρο το 18,2% όλων των ανθρωποκτονιών. Το 2021, όμως, έφτασαν τις 34 -τον υψηλότερο αριθμό της εξεταζόμενης περιόδου- και αντιστοιχούσαν στο 38,2% του συνόλου. Οι άνδρες που δολοφονούνταν στο οικογενειακό περιβάλλον παρουσίαζαν πτωτική πορεία, ενώ ο αριθμός των γυναικών ακολουθούσε ανοδική τάση, με εντονότερη κορύφωση το 2021. Οι γυναίκες αποτελούσαν κατά μέσο όρο τετραπλάσιο αριθμό θυμάτων ενδοοικογενειακής ανθρωποκτονίας σε σχέση με τους άνδρες.
Το 2022 καταγράφηκαν 24 δολοφονίες γυναικών από μέλος της οικογένειάς τους. Οι 13, δηλαδή το 54,2%, διαπράχθηκαν από νυν ή πρώην σύζυγο ή σύντροφο. Την ίδια χρονιά, οι γυναίκες που κατήγγειλαν ενδοοικογενειακή βία στην αστυνομία έφτασαν τις 10.131, έναντι 4.264 το 2020.
Η αύξηση των καταγγελιών δεν αποδεικνύει από μόνη της ισόποση αύξηση των πραγματικών περιστατικών. Μπορεί να αντανακλά ταυτόχρονα μεγαλύτερη ορατότητα, καλύτερη καταγραφή, μεγαλύτερη ενημέρωση και περισσότερη προθυμία των γυναικών να μιλήσουν. Αλλά η έμφυλη διάσταση των ανθρωποκτονιών μέσα στο οικογενειακό και συντροφικό περιβάλλον δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Ο όρος «γυναικοκτονία» δεν αποτελεί αυτοτελή κατηγορία στον ελληνικό Ποινικό Κώδικα, ενώ οι παλαιότερες στατιστικές δεν κατέγραφαν πάντα με συνέπεια την σχέση ανάμεσα στον δράστη και στο θύμα. Γι’ αυτό δεν μπορούμε να ισχυριστούμε επιστημονικά ότι υπάρχει μια συνεχής αύξηση από το 1990 μέχρι σήμερα. Μπορούμε, όμως, να τεκμηριώσουμε την έντονη κλιμάκωση της περιόδου 2010–2021 και την κυρίαρχη παρουσία των γυναικών ανάμεσα στα θύματα ενδοοικογενειακών ανθρωποκτονιών.
Η ρίζα βρίσκεται πριν από το χτύπημα
Τα νεότερα πανευρωπαϊκά δεδομένα δείχνουν ότι το 41,8% των γυναικών στην Ελλάδα που είχαν κάποτε σύντροφο, έχουν βιώσει στη ζωή τους σωματική βία ή απειλές, σεξουαλική ή ψυχολογική βία από νυν ή πρώην σύντροφο. Αν υπολογιστούν μόνο η σωματική και η σεξουαλική βία, το ποσοστό είναι 21,7%.
Η μεγάλη διαφορά των δύο ποσοστών αποκαλύπτει πόσο εκτεταμένη αλλά και πόσο αόρατη παραμένει η ψυχολογική βία. Είναι η βία χωρίς μελανιές: η απειλή, η απομόνωση, η παρακολούθηση, ο έλεγχος, η συστηματική υποτίμηση, η οικονομική εξάρτηση, η ακύρωση της πραγματικότητας του άλλου.
Η κανονικοποίηση λειτουργεί σαν ρίζα. Απλώνεται αθόρυβα κάτω από τις λέξεις, τις οικογενειακές αφηγήσεις, τα αστεία, τις ταινίες, τα τραγούδια και τις δημοσιογραφικές διατυπώσεις. Μαθαίνει στα αγόρια ότι η επιμονή είναι ανδρισμός και στα κορίτσια ότι η υποχώρηση είναι αγάπη. Διδάσκει πως η γυναίκα που ζηλεύεται είναι επιθυμητή, πως εκείνη που ελέγχεται προστατεύεται και πως εκείνη που κακοποιείται οφείλει πρώτα να εξετάσει μήπως προκάλεσε τον θυμό.
Από τη δεκαετία του ’90 έως σήμερα πολλά άλλαξαν. Οι γυναίκες απέκτησαν μεγαλύτερη αυτονομία, περισσότερη παρουσία στη δημόσια ζωή και μεγαλύτερη δυνατότητα να καθορίζουν τις σχέσεις και τη σεξουαλικότητά τους. Η κοινωνία έγινε πιο ανεκτική απέναντι στο διαζύγιο, στο προγαμιαίο σεξ και σε διαφορετικές ταυτότητες και επιλογές. Δεν άλλαξαν, όμως, όλα με την ίδια ταχύτητα.
Η σεξουαλική απελευθέρωση δεν εξαφάνισε αυτομάτως τα διπλά πρότυπα. Η μεγαλύτερη ορατότητα του γυναικείου σώματος δεν κατάργησε την αντικειμενοποίησή του. Η δυνατότητα μιας γυναίκας να φύγει δεν έπεισε κάθε άνδρα ότι εκείνη έχει δικαίωμα να φύγει. Και η αντικατάσταση των παλιών λέξεων από νέες, πιο σύγχρονες ορολογίες δεν εξάλειψε αναγκαστικά την εξαπάτηση, την πίεση και την ανάγκη ελέγχου.
Η βία δεν ξεκινά από το χέρι που σηκώνεται. Ξεκινά πολύ νωρίτερα: από την πεποίθηση ότι ο ένας έχει περισσότερα δικαιώματα πάνω στον άλλον. Από την ιδέα ότι η σχέση αποτελεί ιδιοκτησία, ότι το φλερτ συνιστά υπόσχεση, ότι η προηγούμενη συναίνεση δεσμεύει και το μέλλον, ότι η αγάπη δικαιολογεί την παρακολούθηση και ότι η απόρριψη αποτελεί προσβολή που πρέπει να τιμωρηθεί.
Αυτή είναι η ρίζα που πρέπει να κόψουμε. Όχι μόνο όταν μετατρέπεται σε χτύπημα ή φόνο, αλλά όσο ακόμη μοιάζει με ενδιαφέρον, πάθος, οικογενειακή υπόθεση ή απλώς με τον τρόπο που «λειτουργούν οι σχέσεις».
Πηγές και έρευνες: ΚΕΘΙ, Πρώτη πανελλαδική επιδημιολογική έρευνα για την ενδοοικογενειακή βία κατά των γυναικών (2003)· Ευρωπαϊκό Δίκτυο κατά της Βίας, Attitudes on Gender Stereotypes and Gender-Based Violence among Youth—Greece (2011), ΕΚΚΕ–ΚΕΘΙ, Κοινωνικές αναπαραστάσεις, πεποιθήσεις και στερεότυπα για την ενδοοικογενειακή βία κατά των γυναικών στην Ελλάδα (2021)· FRA–EIGE–Eurostat, EU Gender-Based Violence Survey (2024)· διαΝΕΟσις–ΕΚΚΕ, World Values Survey 2025· Karakasi et al., Emerging Trends in Domestic Homicide/Femicide in Greece, 2010–2021 (2023)· P. Zestanakis, The “Curvy Years” and Their Aftermath (2015)· J. J. Endendijk, A. L. van Baar & M. Deković, He Is a Stud, She Is a Slut! (2020).
*Διευκρίνιση: δεν υπάρχει μία ενιαία διαχρονική έρευνα που να παρακολουθεί το ίδιο αντιπροσωπευτικό δείγμα ανδρών και γυναικών στην Ελλάδα από το 1990 μέχρι σήμερα. Το κείμενο στηρίζεται σε σύνθεση διαφορετικών ερευνών, οι οποίες μελετούν διαφορετικές χρονικές περιόδους και πλευρές του φαινομένου.
Φωτογραφίες: Pexels, Unsplash












